Page 189 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 189
σταυρός
σταυρός (ο) 1. δύο δοκάρια κάθετα με- Σύνθ: σταυροδρόμι, σταυρόλε-
(Ουσιαστικό, Ο13) ταξύ τους, πάνω στα οποία ξο, σταυροπόδι, σταυροφόρος,
(σταυ-ρός) σταυρώθηκε ο Χριστός και σταυροκοπιέμαι, σταυραετός
[ελνστ. σταυρὸς < που από τότε αποτελεί το Οικογ. Λέξ.: σταυρώνω, σταύ-
αρχ. ἵσταμαι] ιερό σύμβολο της χριστιανι- ρωμα, σταύρωση, σταυρωτός,
κής θρησκείας: ►Ο Χριστός σταυρουδάκι
Προσδιορ.: τίμιος, κεντητός,
ανέβηκε στον Γολγοθά, μετα- χρυσός (1)
φέροντας στους ώμους του τον Φράσεις: ►Με τον σταυρό στο
σταυρό του μαρτυρίου. χέρι (= τίμια, χωρίς αδικίες)
2. το σχήμα του σταυρού ►Ερυθρός Σταυρός (= διεθνής
που γίνεται με τα τρία δά- ανθρωπιστικός οργανισμός)
κτυλα του δεξιού χεριού: ►Σταυρός προτίμησης (= το ση-
►Κατά τη Θεία Λειτουργία οι μάδι που σημειώνει ο ψηφοφό-
ρος στο ψηφοδέλτιο δίπλα από
πιστοί κάνουν πολλές φορές τον το όνομα του υποψηφίου που
σταυρό τους. προτιμάει)
σταφύλι (το) ο καρπός του κλήματος που Σύνθ: σταφυλόκοκκος
(Ουσιαστικό, Ο36) τρώγεται ως φρούτο και Οικογ. Λέξ.: σταφυλή
(στα-φύ-λι, γεν. χρησιμοποιείται για την Προσδιορ.: κόκκινο, μοσχάτο,
–ιού, πληθ. -ια) παραγωγή κρασιού ή στα- λευκό
[ελνστ. σταφύλιον φίδας: ►Έκοψε τα ώριμα στα-
< αρχ. σταφυλὴ] φύλια από το αμπέλι του, για να
τα βγάλει κρασί.
στάχυ (το) το πάνω μέρος κυρίως του Σύνθ: σταχυολογώ
(Ουσιαστικό) σιταριού, στο οποίο συμπε- Οικογ. Λέξ.: σταχυάζω, στά-
(στά-χυ, γεν. –υού, ριλαμβάνεται ο καρπός και χυασμα
πληθ. -ια) το άγανο: ►Για πολλές ημέρες
[ελνστ. στάχυον < οι αγρότες θέριζαν τα κίτρινα
αρχ. στάχυ] στάχυα στα χωράφια τους.
στέκω και στέ- 1. (αμτβ.) είμαι όρθιος: ►Ο Αντίθ.: κάθομαι (1)
κομαι μαθητής στάθηκε για αρκετή Σύνθ.: αντιστέκομαι, κοντοστέ-
(Ρήμα, Ρ1) ώρα μπροστά στον πίνακα. κομαι, συμπαραστέκομαι
(ενεστ. στέκομαι, 2. (αμτβ.) σταματώ, παύω Φράσεις: ►Στέκομαι δίπλα σε
παθ. αόρ. στάθηκα) να βαδίζω ή να λειτουργώ: κάποιον (= συμπαραστέκομαι)
[μεσν. < μτγν. ►Στάθηκε στην άκρη του δρό- ►Στέκομαι στα νύχια (= είμαι
ἑστή-κω < ἵστημι] μου, για να ξεκουραστεί. έτοιμος για καβγά)
3. (αμτβ.) (απρόσ.) είναι σω-
στό, ταιριάζει, ευσταθεί:
►Νομίζω ότι δε στέκει να λες
τέτοια πράγματα.
188
10-0102-16,5X23,5.indd 188 19/11/2015 2:09:36 µµ

