Page 190 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 190
στηρίζω
στέλνω (μτβ.) φροντίζω ώστε να Συνών: αποστέλλω
(Ρήμα, Ρ1) φτάσει κάτι σε κάποιον ή Σύνθ: ξαποστέλνω
(ενεστ. στέλ-νω, αόρ. να φτάσει κάποιος σε άλλο Οικογ. Λέξ.: στολή, στόλος
έστειλα, παθ. αόρ. μέρος: ►Του στείλαμε ένα δέμα
στάλθηκα, παθ. μτχ.
σταλμένος) με το ταχυδρομείο. ►Τον έστει-
[αρχ. στέλλω] λαν να σπουδάσει στη Ρόδο.
στερώ 1. (μτβ.) αφαιρώ κάτι από Αντίθ.: παρέχω, χορηγώ (1), δι-
(Ρήμα, Ρ7) κάποιον που το έχει ανά- αθέτω, έχω (2)
(ενεστ. στε-ρώ, αόρ. γκη: ►Το δικαστήριο του στέ- Συνών.: αποστερώ (1)
στέρησα, παθ. αόρ. ρησε τη δυνατότητα εξόδου από Σύνθ.: αποστερούμαι
στερήθηκα, παθ. μτχ. Οικογ. Λέξ.: στέρηση, στερητι-
στερημένος) τη χώρα. κός, στέρημα
[αρχ. στερῶ] 2. (μτβ.) (μέσ.) στερούμαι,
μου λείπει κάποιος ή κάτι
αναγκαίο: ►Στερήθηκε το χω-
ριό του, επειδή έπρεπε να ζήσει
στην Αθήνα.
στήλη (η) 1. μακρόστενη όρθια πλάκα Συνών.: κολώνα (1)
(Ουσιαστικό, Ο25) από μάρμαρο ή άλλο υλι- Σύνθ.: δίστηλος, τρίστηλος
(στή-λη) κό, όπου είναι χαραγμένες Προσδιορ.: αναμνηστική, επι-
[αρχ. στήλη] επιγραφές ή άλλα στοιχεία: τύμβια, τιμητική (1)
►Στην ανασκαφή βρέθηκαν Φράσεις: ►Έμεινε στήλη άλα-
τος (= έμεινε ακίνητος και αμί-
πολλές αρχαίες στήλες με επι- λητος από έκπληξη)
γραφές και παραστάσεις.
2. τμήμα σελίδας σε βιβλίο,
περιοδικό ή εφημερίδα: ►Η
δεξιά στήλη της σχολικής εφη-
μερίδας περιλαμβάνει θέματα
περιβάλλοντος.
στηρίζω 1. (μτβ.) κρατάω κάποιον ή Συνών.: υποστυλώνω, υποβα-
(Ρήμα, Ρ4) κάτι σταθερό ή όρθιο, στερε- στάζω (1), βοηθώ (2)
(ενεστ. στη-ρί-ζω, ώνω: ►Στήριξαν τη γέφυρα με Σύνθ.: υποστηρίζω
αόρ. στήριξα, παθ. μεγάλες κολόνες. Οικογ. Λέξ.: στήριξη, στήριγμα
αόρ. στηρίχτηκα, Φράσεις: ►Στηρίξου πάνω μου
παθ. μτχ. στηριγμέ- 2. (μτβ.) (μτφ.) ενισχύω, (= να μου έχεις εμπιστοσύνη)
νος) υποστηρίζω κάποιον ή
[αρχ. στηρίζω] κάτι: ►Οι γονείς στήριξαν ηθι-
κά και οικονομικά το παιδί τους.
189
10-0102-16,5X23,5.indd 189 19/11/2015 2:09:36 µµ

