Page 191 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 191

στίβος

                     στίβος (ο)     1. μέρος σταδίου κατάλληλο  Συνών.: κονίστρα (2)
                   (Ουσιαστικό, Ο14)  για  τη  διεξαγωγή  αθλητι-  Προσδιορ.:  ανοιχτός,  κλειστός,
                  (στί-βος)         κών αγώνων: ►Όλες οι ομά-   υγρός (1)
                  [λόγ. < αρχ. στίβος  δες  παρέλασαν  στον  στίβο  του
                  <  αρχ.  στείβω  (=   σταδίου.
                  καταπατώ)]        2.  τα  αγωνίσματα  του  κλα-
                                    σικού αθλητισμού:  ►Το τρι-
                                    πλούν  είναι  αγώνισμα  του  στί-
                                    βου.
                                    3.  (μτφ.)  πολιτικό  ή  πνευ-
                                    ματικό  πεδίο  δράσης  και
                                    συναγωνισμού:  ►Ρίχτηκε με
                                    επιτυχία στον πολιτικό στίβο.


                     στιγμή (η)     1.  ελάχιστο  διάστημα  χρό-  Σύνθ.: στιγμιότυπο
                   (Ουσιαστικό, Ο24)  νου: ►Η αστραπή διαρκεί μόνο    Οικογ. Λέξ.: στιγμιαίος, στιγμι-
                  (στιγ-μή)         μια στιγμή.                 αία (επίρρ.)
                  [λόγ. < αρχ. στιγμὴ  2.  κατάλληλος  χρόνος,  ευ-  Προσδιορ.: αλησμόνητη, κρίσι-
                  < αρχ. στίζω (= ση-  καιρία:    ►Το  καλοκαίρι  ήταν    μη, τραγική,  αποφασιστική (2)
                  μειώνω  με  οξύ  ερ-  η κατάλληλη στιγμή, για να επι-  Φράσεις: ►Από στιγμή σε στιγ-
                  γαλείο)]          σκεφτούμε την Πόλη.         μή (= σε λίγο)  ►Στη στιγμή (=
                                                                αμέσως) ►Μέχρι στιγμής (= μέ-
                                                                χρι  τώρα)  ►Για  μια  στιγμή  (=
                                                                για  ορισμένο  χρονικό  διάστη-
                                                                μα)
                     στίχος (ο)     1.  καθεμιά  από  τις  σειρές  Συνών.: αράδα (2)
                   (Ουσιαστικό, Ο14)  ενός ποιήματος: ►Κάθε στρο-  Σύνθ.:  στιχουργός,  στιχογρά-
                  (στί-χος)         φή  του  Εθνικού  Ύμνου  αποτε-  φος,  στιχομυθία,  στιχοπλόκος,
                  [αρχ. στῖχος < στεί-  λείται από τέσσερις στίχους.  δίστιχο, τρίστιχο
                  χω  (=  βαδίζω  σε   2.  καθεμιά  από  τις  σειρές   Προσδιορ.:   δεκαπεντασύλλα-
                  παράταξη)]        ενός κειμένου: ►Μετέ-φρασε   βος,  ομοιοκατάληκτος,  ιαμβι-
                                                                κός, τροχαϊκός, λυρικός, ομηρι-
                                    από τα αρχαία ελληνικά ένα κεί-  κός (1)
                                    μενο δεκαπέντε στίχων.

                    στοιχείο (το)   1. καθένα από τα απλά μέρη  Σύνθ.:  στοιχειοθετώ  στοιχειοθε-
                   (Ουσιαστικό, Ο32)  από  τα  οποία  αποτελείται   σία, στοιχειοθέτηση
                  (στοι-χεί-ο)      ένα  πράγμα:  ►Ο  τόπος  γέν-  Οικογ. Λέξ.:   στοιχειώδης, στοί-
                  [αρχ.  στοιχεῖον  <  νησης είναι ένα από τα στοιχεία   χιση
                  στοῖχος (= διάταξη,   της ταυτότητας.         Προσδιορ.:  αποδεικτικό,  απο-
                  παράταξη)]        2.  (χημ.)  κάθε  σώμα  που   καλυπτικό, γλωσσικό, περιουσι-
                                                                ακό, χαρακτηριστικό (1)
                                    δεν  μπορεί  να  διασπαστεί








                                                    190





       10-0102-16,5X23,5.indd   190                                                  19/11/2015   2:09:36 µµ
   186   187   188   189   190   191   192   193   194   195   196