Page 192 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 192
στρατός
περαιτέρω με χημικά μέσα: Φράσεις: ►Βρίσκεται στο στοι-
►Το οξυγόνο και το υδρογόνο χείο του (= τον ευνοούν οι συν-
είναι χημικά στοιχεία. θήκες)
3. ανεξέλεγκτες δυνάμεις
της φύσης, όπως ο κεραυ-
νός, η θύελλα κ.λπ.: ►Τα
στοιχεία της φύσης κρύβουν
συχνά μεγάλους κινδύνους.
4. τυπογραφικός χαρακτή-
ρας, γράμμα: ►Έγραψα την
πρόσκληση για τα γενέθλιά μου
με πλάγια τυπογραφικά στοι-
χεία.
5. (πληθ.) ονοματεπώνυμο
και διεύθυνση κάποιου:
►Έγραψε όλα τα στοιχεία του
στην αίτηση που υπέβαλε στη
Νομαρχία.
στολίζω (μτβ.) διακοσμώ ένα χώρο ή Συνών.: καλλωπίζω, εξωραΐζω
(Ρήμα, Ρ4) ένα αντικείμενο: ► Στόλισαν Σύνθ.: σημαιοστολίζω
(ενεστ. στο-λί-ζω, το σχολείο για τη χριστουγεν- Οικογ. Λέξ.: στόλισμα, στολι-
αόρ. στόλισα, παθ. νιάτικη γιορτή. σμός
αόρ. στολίστηκα,
παθ. μτχ. στολισμέ-
νος)
[ελνστ. < αρχ. στο-
λίζω < στολὴ]
στρατός (ο) οργανωμένο σύνολο οπλι- Συνών.: στράτευμα
(Ουσιαστικό, Ο13) σμένων ανθρώπων μιας χώ- Σύνθ.: στρατάρχης, στρατηγός,
(στρα-τός) ρας, που φροντίζει για την στρατηλάτης, στρατοδικείο,
[αρχ. στρατὸς] άμυνά της και συμμετέχει στρατολογία, στρατόπεδο,
σε πολεμικές επιχειρήσεις: στρατονομία
Οίκογ. Λέξ.: στρατεύομαι,
►Το 1940 ο ελληνικός στρατός στράτευση, στρατεύσιμος, στρα-
υπερασπίστηκε με γενναιότητα τιά, στρατώνας, στρατιώτης,
το έδαφος της πατρίδας. στρατιωτικός
Προσδιορ.: απελευθερωτικός,
εθνικός, εχθρικός, συμμαχικός,
μισθοφορικός, τακτικός
191
10-0102-16,5X23,5.indd 191 19/11/2015 2:09:36 µµ

