Page 193 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 193

στρογγυλός

                  στρογγυλός, -ή,  1. που έχει σχήμα κυκλικό ή  Σύνθ.:  ολοστρόγγυλος,  στρογ-
                  -ό και στρόγγυ-   σφαιρικό: ►Η ρόδα του αυτο-  γυλοποίηση,  στρογγυλοπρόσω-
                                                                πος
                        λος         κινήτου είναι στρογγυλή.    Οικογ. Λέξ.: στρογγυλά  (επίρρ.),
                  (Επίθετο, Ε1, άψυχα)  2. ακέραιος αριθμός, χωρίς   στρογγύλεμα, στρογγυλεύω
                  (στρογ-γυ-λός)    δεκαδικούς ή κλάσματα:      Φράσεις: ►Συζήτηση στρογγυ-
                  [μεσν. στρογγυλὸς   ►Πλήρωσε  στρογγυλά  εκατό   λής τραπέζης (= συζήτηση στην
                  < αρχ. στρογγύλος]  ευρώ.                     οποία εκφράζονται ισότιμα διά-
                                                                φορες απόψεις)
                                                                Προσδιοριζ.:  ποσό,  λογαρια-
                                                                σμός (2)

                    στροφή (η)      1. ολοκληρωμένη περιστρο-   Συνών.: περιστροφή, βόλτα (1),
                   (Ουσιαστικό, Ο24)  φική  κίνηση:  ►Έκανε  μια   στρίψιμο (2)
                  (στρο-φή)         στροφή γύρω από τον εαυτό του.  Σύνθ.:  αποστροφή,  επιστροφή,
                  [αρχ.  στροφὴ  <  2. αλλαγή κατεύθυνσης, γύ-  στροφόμετρο
                  στρέφω]           ρισμα,  καμπή:  ►Το  λεωφο-  Οικογ. Λέξ.: στρέφω, στρέψη
                                    ρείο  έκανε  στροφή  και  γύρισε   Προσδιορ.: απότομη, επικίνδυ-
                                                                νη (2)
                                    στο πρακτορείο.             Φράσεις: ►Παίρνει στροφές (=
                                    3. ομάδα από δύο ή περισσό-  είναι έξυπνος)
                                    τερους στίχους:  ►Ο Εθνικός
                                    μας Ύμνος αποτελείται από 158
                                    στροφές.

                      στρώνω        1.  (μτβ.)  καλύπτω  μια  επι-  Συνών.: ξεστρώνω (1)
                      (Ρήμα, Ρ1)    φάνεια  με  κάτι:  ►Έστρωσαν   Σύνθ.:  ασφαλτοστρώνω,  κατα-
                  (ενεστ. στρώ-νω, αόρ.  την  κουζίνα  του  σπιτιού      με    στρώνω, ξεστρώνω
                  έστρωσα,  παθ.  αόρ.   πλακάκια.              Οικογ.  Λέξ.:  στρώμα,  στρώση,
                  στρώθηκα, παθ. μτχ.   2.  (αμτβ.)  γίνομαι  καλύτε-  στρώσιμο,  στρωσίδι,  στρωτά
                  στρωμένος)        ρος, βελτιώνομαι:           (επίρρ.)
                  [μεσν.   <   αόρ.   ►Το τελευταίο διάστημα έστρω-  Παροιμ.:  ►Όπως  στρώσεις,  θα
                  ἔστρω-σα του αρχ.                             κοιμηθείς
                  στόρνυμι,  στρών-  σε η δουλειά του.
                  νυμι (= στρώνω)]  3.  (μτβ.)  (μέσ.)  αφοσιώνο-
                                    μαι,  ασχολούμαι  με  ζήλο:
                                    ►Κατά  την  περίοδο  των  εξετά-
                                    σεων στρώθηκε στο διάβασμα.


                     στύλος (ο)     κολόνα:  ►Η Δ.Ε.Η. χρησιμο-  Συνών.: κίονας
                   (Ουσιαστικό, Ο14)  ποιεί και  ξύλινους στύλους για  Σύνθ.:  στυλοβάτης
                  (στύ-λος)         τη  μεταφορά  του  ηλεκτρικού   Οικογ.  Λέξ.:  στυλώνω,  στύλω-
                  [αρχ. στῦλος]     ρεύματος.                   μα, στύλωση
                                                                Προσδιορ.:  μαρμάρινος,  πέτρι-
                                                                νος, τηλεγραφικός








                                                    192





       10-0102-16,5X23,5.indd   192                                                  19/11/2015   2:09:36 µµ
   188   189   190   191   192   193   194   195   196   197   198