Page 194 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 194

συγχαρητήρια

               συγγραφέας (ο,    αυτός  που  έγραψε  ένα  λο-  Οικογ.  Λέξ.:  συγγράφω,  συγ-
                      η)         γοτεχνικό  ή  επιστημονι-   γραφή, συγγραφικός, σύγγραμ-
                (Ουσιαστικό, Ο17)  κό  έργο  σε  πεζό  λόγο:  ►Ο   μα
               (συγ-γρα-φέ-ας)   Παπαδιαμάντης είναι ένας πολύ    Προσδιορ.: ανώνυμος, δόκιμος,
               [αρχ.  συγγραφεὺς   γνωστός  συγγραφέας.      θεατρικός, διάσημος, βραβευμέ-
               < συγγράφω]                                   νος


               συγκεκριμένος,  σαφής, ακριβής, ξεκάθαρος:  Αντίθ.: γενικός, αόριστος, ασα-
                    -η, -ο       ►Η Τροχαία έκανε συγκεκριμέ-  φής, αφηρημένος
               (Επίθετο, Ε2, έμψυχα  νες προτάσεις, για να αντιμετω-  Οικογ. Λέξ.: συγκεκριμένα
               και άψυχα)        πιστεί το κυκλοφοριακό πρόβλη-  (επίρρ.)
               (συ-γκε-κρι-μέ-νος)  μα της Θεσσαλονίκης.     Προσδιοριζ.: παράδειγμα,
               [αρχ. συγκρίνομαι]                            ενέργεια, προθεσμία



                συγκεντρώνω      1. (μτβ.) μαζεύω πολλά πρό-  Αντίθ.: σκορπίζω (1), αφαιρού-
                   (Ρήμα, Ρ1)    σωπα  ή  πράγματα  σε  ορι-  μαι (2)
               (ενεστ. συ-γκε-ντρώ-  σμένο  σημείο,  συναθροίζω:   Οικογ. Λέξ.: συγκέντρωση, συ-
               νω, αόρ. συγκέντρω-  ►Η  διευθύντρια  συγκέντρωσε   γκεντρωτικός
               σα, παθ. αόρ. συγκε-  τους  μαθητές  και  τους  μίλησε   Φράσεις:  ►Συγκεντρώσου  (=
               ντρώθηκα, παθ. μτχ.   για το πρόγραμμα της εκδρομής.   πρόσεξε)
               συγκεντρωμένος)
               [μτγν. συγκεντρόω   2.  (μτβ.)  (μέσ.)  αφοσιώνο-
               -ῶ < σὺν + κέντρον,   μαι  απερίσπαστος  σε  κάτι:
               μεταφρ. δάν. γαλλ.   ►Συγκεντρώσου στον στόχο σου
               concentrer]       και σίγουρα θα τα καταφέρεις.





               συγκοινωνία (η)   η μεταφορά ανθρώπων και  Σύνθ.: συγκοινωνιολόγος
                (Ουσιαστικό, Ο19)  πραγμάτων  από  τόπο  σε   Οικογ.  Λέξ.:  συγκοινωνώ,  συ-
               (συ-γκοι-νω-νί-α)  τόπο,  καθώς  και  τα  μέσα   γκοινωνιακός
               [λόγ.  <  μεσν.  συ-  μεταφοράς:  ►Πολλά  ορεινά   Προσδιορ.: αεροπορική, θαλάσ-
               γκοινωνία  <  αρχ.   χωριά  δεν  έχουν  τακτική  συ-  σια,  αστική,  υπεραστική,  χερ-
               συγκοινωνῶ]                                   σαία, εναέρια
                                 γκοινωνία.

                συγχαρητήρια     γραπτή  ή  προφορική  έκ-   Αντίθ.: συλλυπητήρια
                     (τα)        φραση  χαράς  σε κάποιον    Οικογ. Λέξ.: συγχαίρω, συγχα-
                (Ουσιαστικό, Ο34)  για κάτι ευχάριστο που του   ρητήριος
               (συγ-χα-ρη-τή-ρι-α,  συνέβη:  ►Τα  θερμά  μου  συγ-  Προσδιορ.:  ειλικρινή,  θερμά,
               γεν. -ίων)        χαρητήρια για την επιτυχία σου   εγκάρδια
               [αρχ. συγχαίρω]   στο Πανεπιστήμιο.






                                                  193





       10-0102-16,5X23,5.indd   193                                                  19/11/2015   2:09:36 µµ
   189   190   191   192   193   194   195   196   197   198   199