Page 24 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 24
αμφιβάλλω
άμιλλα (η) ο συναγωνισμός ανάμεσα Σύνθ.: εφάμιλλος, απαράμιλλος
(Ουσιαστικό, Ο20) σε πρόσωπα για διάκριση Προσδιορ.: ευγενής, διαρκής
(ά-μιλ-λα, γεν. -ας, και υπεροχή, χωρίς αντα-
πληθ. – ) γωνισμό και αντιπαλότητα:
[λόγ. < αρχ. ἅμιλ- ►Η ευγενής άμιλλα μεταξύ των
λα] μαθητών οδηγεί σε καλύτερες
επιδόσεις.
αμοιβή (η) 1. τα χρήματα που παίρνει Συνών.: μισθός, πληρωμή (1),
(Ουσιαστικό, Ο24) κάποιος για τη δουλειά που επιβράβευση, ανταμοιβή (2)
(α-μοι-βή) κάνει: ►Η αμοιβή ενός υπαλ- Σύνθ.: ανταμοιβή
Προσοχή! αμείβω λήλου εξαρτάται και από τα χρό- Οικογ. Λέξ.: αμείβω, αμοιβαίος,
αλλά αμοιβή! νια υπηρεσίας του. αμοιβαία (επίρρ.), αμοιβαιότητα
[αρχ. ἀμοιβὴ < 2. βραβείο, έπαινος ή δι- Προσδιορ.: γενναία, νόμιμη (1),
ἀμείβω] άκριση που δίνεται σε κά- ηθική, συμβολική (2), υλική (1,
2)
ποιον: ►Το χειροκρότημα του
κοινού είναι η μεγαλύτερη αμοι-
βή για κάθε καλλιτέχνη.
άμυνα (η) 1. απόκρουση επίθεσης ή Αντίθ.: επίθεση, έφοδος (1)
(Ουσιαστικό, Ο20) άλλου κινδύνου: ► Η ηρωική Συνών.: αντίσταση, υπεράσπι-
(ά- μυ-να, γεν. -ας, άμυνα των στρατιωτών εμπόδι- ση, προάσπιση (1)
-ύνης, πληθ. – ) σε την εισβολή των εχθρών στη Σύνθ.: αεράμυνα, αυτοάμυνα
[αρχ. ἄμυνα < χώρα. Οικογ. Λέξ.: αμύνομαι, αμυντι-
ἀ-μύνω (= υπερα- 2. όλα τα μέσα που χρησι- κός, αμυντικά (επίρρ.)
σπίζω)] Προσδιορ.: αντιαεροπορική,
μοποιούνται, για να αντι- εθνική, σθεναρή (1), νόμιμη, πα-
μετωπιστεί ένας κίνδυνος: θητική (1, 2)
►Τα εμβόλια είναι η καλύτερη
άμυνα κατά διαφόρων ασθενει-
ών.
αμφιβάλλω (αμτβ., μτβ.) δεν είμαι βέ- Συνών.: διστάζω, αμφιταλα-
(Ρήμα) βαιος για κάτι, έχω επιφυ- ντεύομαι
(ενεστ. αμ-φι-βάλ- λάξεις: ►Αμφιβάλλω για την Οικογ. Λέξ.: αμφίβολος, αμφι-
λω, αόρ. αμφέβαλα) ειλικρίνειά σου. ►Αμφιβάλλω βολία
[αρχ. ἀμφιβάλλω < aν θα βρεθεί αγοραστής για το
ἀμφὶ + βάλλω (= ρί- αυτοκίνητό σου. ►Κανείς δεν
χνω γύρω)]
αμφιβάλλει ότι η προσφορά του
στην επι στήμη υπήρξε μεγάλη.
23
10-0102-16,5X23,5.indd 23 19/11/2015 2:09:19 µµ

