Page 195 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 195
σύγχυση
σύγχυση (η) 1. ανακάτεμα, μπέρδεμα: Οικογ. Λέξ.: συγχύζω
(Ουσιαστικό, Ο28) ►Κάποιες φορές οι κανόνες των Προσδιορ.: διανοητική (2), πλή-
(σύγ-χυ-ση) παιχνιδιών δημιουργούν σύγχυ- ρης, πρωτοφανής (1, 2)
[αρχ. σύγχυσις < ση στα παιδιά.
συγχέω] 2. ψυχική αναστάτωση, στε-
νοχώρια: ►Βρισκόταν σε σύγ-
χυση και δεν ήξερε τι έλεγε.
συζήτηση (η) ανταλλαγή απόψεων για Οικογ. Λέξ.: συζητώ, συζητη-
(Ουσιαστικό, Ο28) ένα συγκεκριμένο θέμα με τής, συζητήσιμος
(συ-ζή-τη-ση) σκοπό την επίλυσή του, δι- Προσδιορ.: ανοιχτή, τηλεοπτι-
[συζήτησις < αρχ. άλογος: ►Οργανώθηκε μια κή, πολιτική, έντονη, ενδιαφέ-
συζητῶ] δημόσια συζήτηση με θέμα το ρουσα, επεισοδιακή
περιβάλλον. Φράσεις: ►Δε σηκώνω συζήτη-
ση (= είμαι απόλυτος στις από-
ψεις μου) ►Είναι υπό συζήτηση
(= για κάτι που το εξετάζουμε
ακόμη)
συλλογή (η) 1. συγκέντρωση πραγμά- Συνών.: σύναξη (1), συλλογι-
(Ουσιαστικό, Ο24) των, μάζεμα: ►Η συλλογή σμός, περίσκεψη, περισυλλογή
(συλ-λο-γή) των καρπών της γης είναι κο- (3)
[λόγ. < αρχ. συλ- πιαστική. Οικογ. Λέξ.: συλλέγω, σύλλο-
λογὴ < συλλέγω] 2. ομοειδή αντικείμενα γος, συλλέκτης
που έχουν συγκεντρωθεί: Προσδιορ.: ανεκτίμητη, ποιητι-
κή, λογοτεχνική (2)
►Κάποιοι άνθρωποι κάνουν
συλλογή γραμματοσήμων.
3. (μτφ.) το να βυθίζεται κά-
ποιος σε σκέψεις: ►Έπεσε σε
βαθιά συλλογή, μόλις πληρο-
φορήθηκε τα δυσάρεστα νέα για
την υγεία του φίλου του.
συλλογίζομαι 1. (μτβ.) σκέφτομαι, φέρνω Συνών.: αναλογίζομαι, σκέφτο-
(Ρήμα, Ρ4) στον νου μου: ►Κάθεται και μαι (1, 2)
(ενεστ. συλ-λο-γί-ζο- συλλογίζεται τα χρόνια που πέ- Οικογ. Λέξ.: συλλογισμός
μαι, παθ. αόρ. συλλο- ρασε στην ξενιτιά.
γίστηκα, παθ. μτχ. 2. (μτβ.) παίρνω υπόψη μου
συλλογισμένος)
[αρχ. συλλογίζο- κάποιον ή κάτι, υπολογίζω:
μαι (= υπολογίζω ►Δε συλλογίστηκε καθόλου τα
προσεκτικά)] έξοδα που έκανε για το ταξίδι
του, αφού πέρασε τόσο ωραία.
194
10-0102-16,5X23,5.indd 194 19/11/2015 2:09:37 µµ

