Page 196 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 196
συμπληρώνω
σύλλογος (ο) οργανωμένη ομάδα ανθρώ- Συνών.: σωματείο
(Ουσιαστικό, Ο16) πων με νομική αναγνώρι- Οικογ. Λέξ.: συλλέγω, συλλογή
(σύλ-λο-γος) ση, που επιδιώκει έναν ορι- Προσδιορ.: αθλητικός, πολιτι-
[αρχ. σύλλογος < σμένο σκοπό: ►Είναι μέλος στικός, εξωραϊστικός, φιλαν-
συλλέγω] του Συλλόγου δασκάλων και θρωπικός, εμπορικός
νηπιαγωγών Νομού Ροδόπης.
συλλυπητήρια γραπτή ή προφορική έκ- Αντίθ.: συγχαρητήρια
(τα) φραση λύπης σε κάποιον Οικογ. Λέξ.: συλλυπούμαι, συλ-
(Ουσιαστικό, Ο34) για το πένθος του: ►Σας εκ- λυπητήριος
(συλ-λυ-πη-τή-ρια) φράζω τα θερμά μου συλλυπη- Προσδιορ.: θερμά, ειλικρινή,
[λόγ. < αρχ. συλλυ- τήρια. εγκάρδια
πούμαι]
συμβόλαιο (το) γραπτό συμφωνητικό με Σύνθ.: συμβολαιογράφος, συμ-
(Ουσιαστικό, Ο34) υπογραφές που συντάχτη- βολαιογραφείο
(συμ-βό-λαι-ο) κε σε συμβολαιογραφείο: Προσδιορ.: οριστικό, προσωρι-
[αρχ. συμβόλαιον ►Έκανε συμβόλαιο για το σπίτι νό, ιδιωτικό, κοινωνικό
< συμβάλλω] που αγόρασε. Φράσεις: ►Ο λόγος του είναι
συμβόλαιο (= μπορείς να βασι-
στείς σ’ αυτά που λέει)
συμμαχία (η) 1. συμφωνία δύο ή περισ- Οικογ. Λέξ.: συμμαχώ, σύμμα-
(Ουσιαστικό, Ο19) σότερων κρατών για κοινή χος, συμμαχικός
(συμ-μα-χί-α) πολιτική και στρατιωτική Προσδιορ.: αμυντική, αθηναϊκή
[λόγ. < αρχ. συμ- δράση: (1), ιερή, ανίερη (1, 2)
μαχία < σύμμαχος] ►Διάφορες χώρες υπογράφουν
μεταξύ τους αμυντικές συμμα-
χίες.
2. (μτφ.) κάθε συνεργασία
δύο ή περισσότερων ατό-
μων ή ομάδων για κοινά
συμφέροντα: ►Αποφασίστηκε
η συμμαχία όλων των μικρών
κομμάτων κατά τις επόμενες
βουλευτικές εκλογές.
συμπληρώνω 1. (μτβ.) προσθέτω αυτό που Συνών.: τελειώνω (2)
(Ρήμα, Ρ1) λείπει: ►Συμπλήρωσε την αί- Οικογ. Λέξ.: συμπλήρωμα, συ-
(ενεστ. συ-μπλη-ρώ- τηση με τα στοιχεία της ταυτό- μπληρωματικός, συμπλήρωση
νω, αόρ. συμπλή- τητάς του.
ρωσα, παθ. αόρ. συ- 2. (μτβ.) ολοκληρώνω,
μπληρώθηκα, παθ.
195
10-0102-16,5X23,5.indd 195 19/11/2015 2:09:37 µµ

