Page 197 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 197

σύμπτωμα

                  μτχ.  συμπληρωμέ-  αποπερατώνω κάτι που έχει
                  νος)              αρχίσει:  ►Πήγε  στη  Γαλλία,
                  [αρχ. συμπληρόω   για να συμπληρώσει τις σπουδές
                  -ῶ < συν + πληρῶ (=   του στην Πληροφορική.
                  γεμίζω)]

                  σύμπτωμα (το)     1.  καθετί  που  δηλώνει  συ-  Οικογ. Λέξ.: σύμπτωση, συμπτω-
                   (Ουσιαστικό, Ο40)  νήθως  μια  αρνητική  κατά-  ματικός, συμπτωματικά (επίρρ.)
                  (σύμ-πτω-μα, γεν.   σταση:  ►Η  επιχείρηση  εμφα-  Προσδιορ.: ανησυχητικό, ιδιαί-
                  -ώματος, πληθ.    νίζει  συμπτώματα  οικονομικής   τερο (1, 2)
                  -ώματα)           παρακμής.
                  [αρχ. συμπίπτω]   2.  (ιατρ.)  χαρακτηριστικό
                                    σημάδι  μιας  αρρώστιας:
                                    ►Ένα  από  τα  συμπτώματα  της
                                    γρίπης είναι ο υψηλός πυρετός.



                    συναίσθημα      ψυχική  κατάσταση  που  Οικογ.  Λέξ.:  συναισθάνομαι,
                        (το)        οφείλεται  σε  ευχάριστα  ή   συναίσθηση, συναισθηματικός
                   (Ουσιαστικό, Ο40)  δυσάρεστα γεγονότα ή σκέ-  Προσδιορ.:  έντονο,  θρησκευτι-
                  (συ-ναί-σθη-μα,  ψεις: ►Η χαρά και η λύπη είναι   κό, πατριωτικό
                  γεν.  -ήματος,  πληθ.   δύο αντίθετα συναισθήματα.
                  -ή-ματα)
                  [μτγν.  συναίσθη-
                  μα  <  συναισθάνο-
                  μαι]
                   συνάλλαγμα       πληρωμή  χρηματικού  πο-    Οικογ.  Λέξ.:  συναλλάσσομαι,
                        (το)        σού  σε  νόμισμα  ξένης  χώ-  συναλλαγή,  συναλλαγματικός,
                   (Ουσιαστικό, Ο40)  ρας:  ►Η  Ελλάδα  έχει  σημα-  συναλλαγματική (η)
                  (συ-νάλ-λαγ-μα,  ντικά  έσοδα  από  το  τουριστικό   Προσδιορ.: απεριόριστο, τουρι-
                  γεν. -άγματος, πληθ.  συνάλλαγμα.             στικό, σπουδαστικό
                  - )
                  [αρχ. συνάλλαγμα
                  < συναλλάσσω]

                     συναντώ        1. (μτβ.) βρίσκω, ανταμώνω  Συνών.: απαντώ (1)
                      (Ρήμα, Ρ5)    κάποιον  τυχαία  ή  ύστερα   Οικογ. Λέξ.: συνάντηση
                  (ενεστ.   συ-να-ντώ,  από  συνεννόηση:  ►Χθες  το   Φράσεις:  ►Τα  μεγάλα  πνεύ-
                  αόρ.   συνάντησα,   απόγευμα συνάντησα την Ελένη   ματα  συναντώνται  (=  για  κά-
                  παθ.  αόρ.  συναντή-  στην αγορά.             ποιους που ταυτίζονται οι σκέ-
                  θηκα)             2. (μτβ.) αντιμετωπίζω αντί-  ψεις  τους, χωρίς προηγούμενη
                  [αρχ. συναντῶ]                                συνεννόηση)
                                    παλο, βρίσκομαι σε δύσκολη
                                    κατάσταση:
                                    ►Η  ομάδα  της  Γερμανίας
                                    θα  συναντηθεί  την  Κυριακή




                                                    196





       10-0102-16,5X23,5.indd   196                                                  19/11/2015   2:09:37 µµ
   192   193   194   195   196   197   198   199   200   201   202