Page 198 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 198
συνεννοούμαι
με την πρωταθλήτρια Ευ-
ρώπης. ►Συνάντησα πολλές δυ-
σκολίες στη λύση του προβλή-
ματος των Μαθηματικών.
συνδυάζω 1. (μτβ.) βάζω μαζί δύο Αντίθ.: αποσυνδέω (3)
(Ρήμα, Ρ1) πράγματα που είναι ή φαί- Συνών.: ταιριάζω, συνταιριάζω,
(ενεστ. συν-δυ-άζω, νονται διαφορετικά: ►Στις εναρμονίζω (2)
αόρ. συνδύασα, παθ. διακοπές που κάναμε εφέτος
αόρ. συνδυάστηκα, συνδυάσαμε το βουνό με τη θά-
παθ. μτχ. συνδυα- λασσα.
σμένος) 2. (μτβ.) τακτοποιώ κατάλ-
[λόγ. < αρχ. συνδυ- ληλα διάφορα πράγματα,
άζω] για να πετύχω ένα αρμο-
νικό ή σωστό αποτέλεσμα:
►Αγόρασε ένα άσπρο πουκάμι-
σο, για να το συνδυάσει με το
μαύρο παντελόνι.
3. (μτβ.) συσχετίζω: ►Συν-
δύασε τα δεδομένα του προ-
βλήματος και οδηγήθηκε στη
λύση του.
συνείδηση (η) 1. η ξεκάθαρη γνώση που Αντίθ.: άγνοια (1)
(Ουσιαστικό, Ο28) έχει κάποιος για τη σοβα- Συνών.: επίγνωση, συναίσθηση
(συ-νεί-δη-ση, γεν. ρότητα ενός θέματος: ►Είναι (1), αυτοέλεγχος (2)
-ης, -ήσεως, πληθ. ακόμη μικρό παιδί και δεν έχει Προσδιορ.: οικολογική, ταξική,
-ήσεις) συνείδηση των πράξεών του. κριτική (2)
[αρχ. συνείδησις < 2. η ικανότητα να διακρί- Φράσεις: ►Αντιρρησίας συνεί-
σύνοιδα (= γνωρί- νει κάποιος το καλό από το δησης (= αυτός που για ιδεολο-
ζω καλά)] κακό και να ενεργεί σύμφω- γικούς ή θρησκευτικούς λόγους
να με τους ηθικούς νόμους: αρνείται τη στράτευση)
►Έχει ήσυχη τη συνείδησή του,
αφού δεν έβλαψε τον φίλο του
με την απόφαση που πήρε.
συνεννοούμαι 1. (μτβ.) μπορώ να επικοι- Οικογ. Λέξ.: συνεννόηση
(Ρήμα, Ρ7) νωνώ με κάποιον, τον κα- Φράσεις: ►Συνεννοηθή-καμε;
(ενεστ. συ-νεν-νο- ταλαβαίνω και με καταλα- (= κατάλαβες τι σου είπα;)
ού-μαι, παθ. αόρ. βαίνει: ►Συνεννοείται άριστα ►Είναι συνεννοημένοι (= έχουν
συνεννοήθηκα, παθ. με τους συμμαθητές του. συμφωνήσει για κάτι κρυφά εκ
μτχ. συνεννοημέ- των προτέρων)
νος)
[μεσν. συνεννοοῦ-
μαι]
197
10-0102-16,5X23,5.indd 197 19/11/2015 2:09:37 µµ

