Page 199 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 199

συνεχής

                                    2.  (μτβ.)  συμφωνώ  με  κά-
                                    ποιον  μετά  από  συζήτηση:
                                    ►Συνεννοηθήκαμε να βρεθούμε
                                    αύριο το βράδυ.
                   συνεχής, -ής,    που  γίνεται  δίχως  διακο-  Αντίθ.: διακεκομμένος
                        -ές         πές,  αδιάκοπος:  ►  Κάποια   Συνών.: διαρκής
                  (Επίθετο, Ε9, άψυχα)  καταστήματα λειτουργούν με συ-  Οικογ.  Λέξ.:  συνεχώς  (επίρρ.),
                  (συ-νε-χής, γεν. -ούς,  νεχές ωράριο.         συνέχεια, συνεχίζω, συνεχιστής
                  πληθ. -είς, -είς, -ή)                         Φράσεις:  ►Συνεχώς  και  αδια-
                  [αρχ.  συνεχὴς    <                           λείπτως (= χωρίς διακοπές)
                  συνέχω]                                       Προσδιοριζ.: παρουσία, λειτουρ-
                                                                γία




                    συνήθεια (η)    1. συμπεριφορά που επανα-   Συνών.: έξη (1), έθος (2)
                   (Ουσιαστικό, Ο20)  λαμβάνεται  πάντα  με  τον   Οικογ. Λέξ.: συνήθως, συνήθης,
                  (συ-νή-θει-α)     ίδιο  τρόπο:  ►Του  έγινε  συ-  συνήθειο, συνηθίζω, συνηθισμέ-
                  [αρχ.  συνήθεια  <   νήθεια  να  ξυπνάει    καθημερινά   νος
                  συνήθης]          τόσο πρωί.                  Προσδιορ.: πατροπαράδοτη,
                                    2.  έθιμο,  παράδοση:  ►Είναι   μακρόχρονη, παλιά (2)
                                    συνήθεια να πετάμε χαρταετό την
                                    Καθαρά Δευτέρα.

                    συνοικία (η)    τμήμα πόλης ή χωριού που  Συνών.: συνοικισμός
                   (Ουσιαστικό, Ο19)  έχει δικό του όνομα και κα-  Οικογ. Λέξ.: σύνοικος,  συνοικι-
                  (συ-νοι-κί-α)     θορισμένα  όρια:  ►Μένει  σε   ακός, συνοικισμός
                  [λόγ. < αρχ. συνοι-  μια  παραδοσιακή  συνοικία  με   Προσδιορ.: απόκεντρη, αριστο-
                  κία < συνοικῶ]    πλακόστρωτα δρομάκια.       κρατική, λαϊκή, φτωχή



                    σύνολο (το)     1.  πλήθος  προσώπων  ή  Συνών.: ολότητα, το όλον
                   (Ουσιαστικό, Ο34)  πραγμάτων: ►Το σύνολο των   Σύνθ.: υποσύνολο
                  (σύ-νο-λο)        κατοίκων της Ελλάδας είναι πε-  Προσδιορ.:  αρμονικό,    γενικό,
                  [λόγ. < αρχ. σύνο-  ρίπου ένδεκα εκατομμύρια.  ισοδύναμο,  κοινωνικό,  ονομα-
                  λος, -η, -ο]      2. (μαθημ.) ομάδα στοιχείων   τικό, ρηματικό,  λεκτικό (1)
                                    με ορισμένο ή άπειρο αριθ-  Φράσεις:  ►Ένα  σύνολο  (=  πε-
                                                                τυχημένος  συνδυασμός    ρού-
                                    μό, τα οποία έχουν κάποια   χων)
                                    κοινή  ιδιότητα:  ►Το  σύνολο
                                    των αριθμών που διαιρούνται με
                                    το δύο είναι άπειρο.








                                                    198





       10-0102-16,5X23,5.indd   198                                                  19/11/2015   2:09:37 µµ
   194   195   196   197   198   199   200   201   202   203   204