Page 200 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 200

συντηρώ

                 συνταγή (η)     1.  οδηγία  για  την  παρα-  Σύνθ.: συνταγολόγιο
                (Ουσιαστικό, Ο24)  σκευή ενός φαγητού ή γλυ-  Φράσεις:  ►Εκτελώ συνταγή (=
               (συ-ντα-γή)       κού:  ►Αγόρασα  ένα  βιβλίο  με   δίνω ή παίρνω τα φάρμακα που
               [μτγν.  συνταγὴ  <   συνταγές μαγειρικής.     έγραψε  ο  γιατρός  ή  ακολουθώ
               αρχ. συντάσσω]    2.  ιατρικό  σημείωμα  στο   τις  οδηγίες  για  να  μαγειρέψω
                                 οποίο  ο  γιατρός  γράφει  τα   κάτι κ.λπ.)
                                                             Προσδιορ.: παραδοσιακή, έτοι-
                                 φάρμακα που χορηγεί στον    μη (2), ιατρική (1)
                                 ασθενή:  ►Η  ιατρική  συνταγή
                                 είναι απαραίτητη για την αγορά
                                 πολλών φαρμάκων.

                 σύνταξη (η)     1.  το  χρηματικό  ποσό  που  Συνών.: γράψιμο (2)
                (Ουσιαστικό, Ο28)  καταβάλλεται κάθε μήνα σε   Σύνθ:  συνταξιοδοτώ,  συνταξιο-
               (σύ-ντα-ξη, γεν.  ασφαλισμένο  εργαζόμενο,    δότηση,  ανασύνταξη
                -ης, -άξεως, πληθ.   όταν  αποχωρήσε  νόμιμα   Οικογ.  Λέξ.:  συντάξιμος,  συ-
               -άξεις)           από την υπηρεσία του:       νταξιούχος
               [αρχ. σύνταξις  <   ►Πήρε σύνταξη από τον Ο.Γ.Α.,   Προσδιορ.: ισόβια, τιμητική,
               συντάσσω]                                     στρατιωτική (1)
                                 μόλις συμπλήρωσε το όριο ηλι-
                                 κίας.
                                 2.  η  συγγραφή  κάθε  εί-
                                 δους  γραπτού  κειμένου:
                                 ►Ανέλαβε τη σύνταξη μιας  επι-
                                 στολής  προς  όλους  τους  γονείς
                                 και  τους  κηδεμόνες  των  μαθη-
                                 τών.
                                 3.  (γραμμ.)  η    οργάνωση
                                 των  λέξεων  στον  προφο-
                                 ρικό  ή  στον  γραπτό  λόγο:
                                 ►Η σύνταξη των ρημάτων της
                                 γλώσσας μας εμφανίζει αρκετές
                                 δυσκολίες.

                  συντηρώ        1. (μτβ.) διατηρώ κάτι στην  Αντίθ: αλλοιώνω, φθείρω, κατα-
                   (Ρήμα, Ρ7)    κατάσταση  που  βρίσκεται:   στρέφω (1)
               (ενεστ.   συ-ντη-ρώ,   ►Η  Αρχαιολογική  Υπηρεσία   Οικογ.  Λέξ.:    συντήρηση,  συ-
               αόρ.   συντήρησα,   συντηρεί τα αρχαία μνημεία.  ντηρητής, συντηρητικός, συντη-
               παθ.  αόρ.  συντηρή-  2. (μτβ.) εξασφαλίζω σε κά-  ρητικότητα, συντηρητισμός
               θηκα,  παθ.  μτχ.  συ-  ποιον  τα  αναγκαία  μέσα
               ντηρημένος)
               [αρχ. συντηρῶ]    για  να  ζήσει: ►Συντηρεί  την
                                 πολυμελή  οικογένειά  του  μόνο
                                 με τον μισθό του.








                                                  199





       10-0102-16,5X23,5.indd   199                                                  19/11/2015   2:09:37 µµ
   195   196   197   198   199   200   201   202   203   204   205