Page 201 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 201
σφαίρα
σφαίρα (η) 1. (γεωμ.) κυκλικό στερεό Σύνθ: σφαιροβολία, ατμόσφαι-
(Ουσιαστικό, Ο19) σώμα στο οποίο όλα τα ση- ρα, καλαθόσφαιρα
(σφαί-ρα) μεία της επιφάνειάς του Οικογ. Λέξ.: σφαιρικός, σφαιρι-
[λόγ. < μεσν. σφαι- απέχουν εξίσου από το κέ- κά (επίρρ.), σφαιρικότητα, σφαι-
ρίδιον < αρχ. σφαῖ- ντρο: ►Οι μπάλες έχουν σχήμα ρίδιο, σφαιριστήριο
ρα] σφαίρας. Προσδιορ.: κρυστάλλινη, γήι-
νη, ουράνια (1)
2. βλήμα όπλου, βόλι: ►Στον Φράσεις: ►Υδρόγειος σφαίρα
πόλεμο οι σφαίρες πέφτουν σα (= η σφαίρα που έχει στην επι-
βροχή. φάνειά της τον χάρτη της γης)
σχέδιο (το) 1. απεικόνιση με γραμμές Συνών.: σκίτσο (1), πρόγραμμα
(Ουσιαστικό, Ο34) ενός προσώπου ή πράγ- (3)
(σχέ-δι-ο, γεν. -ίου, ματος πάνω σε μια επι- Σύνθ: σχεδιάγραμμα, προσχέ-
πληθ. -ια) φάνεια συνήθως χαρτιού: διο, νομοσχέδιο
[λόγ. < ελνστ. σχέ- ►Ζωγράφισε με μεγάλη ακρί- Οικογ. Λέξ.: σχεδία, σχεδιάζω,
διον < αρχ. σχέδιος σχεδίαση, σχεδίασμα, σχεδια-
(= προσωρινός)] βεια το σχέδιο της γέφυρας. σμός, σχεδιαστής, σχεδιαστήριο
2. διακόσμηση πάνω σε μια Προσδιορ.: αρχιτεκτονικό, ελεύ-
επιφάνεια: ►Αγόρασε ένα φό- θερο, γραμμικό, πολεοδομικό,
ρεμα με πολύ ωραία σχέδια. ρυμοτομικό (1, 2), μεγαλεπήβο-
3. (μτφ.) ο τρόπος με τον λο, πολιτικό, τολμηρό (3)
οποίο ενεργεί κάποιος, για
να πετύχει τον σκοπό του:
►Ετοιμάστηκε ένα σχέδιο για τη
μείωση της ρύπανσης στην πε-
ριοχή μας.
σχήμα (το) 1. εξωτερική όψη ενός Συνών.: μορφή, φιγούρα (1)
(Ουσιαστικό, Ο39) πράγματος: ►Το σχήμα του Σύνθ: πρόσχημα
(σχή-μα, γεν. -ήμα- προσώπου του είναι ωοειδές. Οικογ. Λέξ.: σχηματίζω, σχη-
τος, πληθ. -ήματα) 2. (τυπογρ.) οι διαστάσεις ματισμός, σχηματικός
[αρχ. σχῆμα < των σελίδων βιβλίου ή εντύ- Προσδιορ.: ακαθόριστο, γραμ-
ἔσχον < αόρ. ἔχω] μικό, επίπεδο, σφαιρικό, συμμε-
που: ►«Το Λεξικό μας» είναι τρικό (1)
μικρού σχήματος. Φράσεις: ►Σχήμα λόγου (=
τρόπος διατύπωσης)
σώζω 1. (μτβ.) γλιτώνω κάποιον ή Αντίθ.: καταστρέφω (1)
(Ρήμα, Ρ1) κάτι από κίνδυνο: ►Οι πυ- Συνών.: διασώζω (1)
(ενεστ. σώζω και ροσβέστες έσωσαν το δάσος από Σύνθ.: διασώζω, περισώζω
σώνω, αόρ. έσωσα, την πυρκαγιά. Φράσεις: ►Σώνει και καλά (=
παθ. αόρ. σώθηκα, με το ζόρι)
200
10-0102-16,5X23,5.indd 200 19/11/2015 2:09:37 µµ

