Page 202 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 202
σώμα
παθ. μτχ. σωσμένος) 2. (αμτβ.) (μέσ.) εξακολουθώ
[αρχ. σώζω] να υπάρχω, διατηρούμαι:
►Μέσα στη γη σώζονται ακόμα
υπολείμματα αρχαίων πολιτι-
σμών.
σώμα (το) 1. το σύνολο των οργάνων Σύνθ.: σωματοφύλακας, μικρό-
(Ουσιαστικό, Ο39) που αποτελούν ένα ζωντα- σωμος, ολόσωμος
(σώ-μα, γεν. -ώμα- νό οργανισμό, το κορμί: ►Η Οικογ. Λέξ.: σωματικός, σωμα-
τος, πληθ. -ώματα) γυμναστική δυναμώνει το σώμα. τικά (επίρρ.), σωματίδιο, σωμα-
[αρχ. σῶμα] 2. κάθε υλικό αντικείμενο τώδης, σωματείο
σε στερεή, υγρή ή αέρια κα- Προσδιορ.: σκληραγωγημένο,
καλλίγραμμο (1), αναλλοίωτο,
τάσταση: ►Ο κύβος είναι ένα ραδιενεργό, αυτόφωτο, ετερό-
στερεό γεωμετρικό σώμα. φωτο (2)
3. σύνολο προσώπων που Φράσεις: ►Σώμα με σώμα (=
ανήκουν στην ίδια κοινω- μάχη από πολύ κοντά) ►Ψυχῇ
νική ή επαγγελματική ομά- τε καὶ σώματι (= ολόψυχα)
δα: ►Ο φίλος μου υπηρετεί στο ►Το εκλογικό σώμα (= όλοι
Λιμενικό Σώμα. όσοι έχουν δικαίωμα ψήφου)
201
10-0102-16,5X23,5.indd 201 19/11/2015 2:09:37 µµ

