Page 203 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 203
ταιριάζω 1. (μτβ.) δημιουργώ ένα Συνών.: συνταιριάζω, συνδυά-
(Ρήμα, Ρ1) αρμονικό σύνολο από ανό- ζω (1), πρέπει (2)
(ενεστ. ται-ριά-ζω, μοια πράγματα: ►Αγόρασα Οικογ. Λέξ.: ταίριασμα, ταιρια-
αόρ. ταίριασα, παθ. ένα κόκκινο μπλουζάκι, για να σμένος, ταιριαστός
αόρ. ταιριάστηκα, το ταιριάσω με την μπλε φού- Φράσεις: ►Ταιριάζουν τα χνώ-
παθ. μτχ. ταιριασμέ- στα. τα μας (= συμφωνούμε) ►Τα
νος) ταιριάξαμε (= τα συμφωνήσαμε)
[μεσν. ταιριάζω < 2. (αμτβ.) (γ’ πρόσ.) είναι
ταίρι] σωστό, αρμόζει: ►Στους ηλι-
κιωμένους ταιριάζει να μιλάμε
πάντα με σεβασμό.
τακτικός, -ή, -ό 1. αυτός που γίνεται με ορι- Αντίθ.: άτακτος (1), προσωρι-
και ταχτικός σμένη τάξη και σε ορισμέ- νός, έκτακτος (3)
(Επίθετο, Ε1, έμψυχα νο χρόνο: ►Τα πλοία κάνουν Οικογ. Λέξ.: τακτική, τακτικά
και άψυχα) τακτικά δρομολόγια από τον (επίρρ.), τακτικότητα
(τα-κτι-κός) Πειραιά για την Κρήτη. Προσδιοριζ.: συγκοινωνία (1),
[λόγ. < αρχ. τάσ- 2. ακριβής, συνεπής, μεθο- αναγνώστης (1, 2)
σω] δικός: ►Είναι πάντοτε τακτι- Φράσεις: ►Τακτικά αριθμητι-
κά (= φανερώνουν τη σειρά που
κός και επιμελής μαθητής. κατέχει κάποιος) ►Τακτικός
3. αυτός που έχει μόνιμη στρατός (= ο μόνιμος και οργα-
θέση: ►Είναι τακτικός υπάλλη- νωμένος στρατός)
λος του Ταχυδρομείου.
ταλαιπωρώ (μτβ.) κάνω κάποιον να Συνών.: βασανίζω, τυραννώ
(Ρήμα, Ρ6) υποφέρει σωματικά ή ψυχι- Σύνθ.: καταταλαιπωρώ
(ενεστ. τα-λαι-πω- κά: ►Αυτό το ζήτημα ταλαιπώ- Οικογ. Λέξ.: ταλαίπωρος, τα-
ρώ, αόρ. ταλαιπώρη- ρησε ολόκληρη την οικογένεια. λαιπωρία
σα, παθ. αόρ. ταλαι-
πωρήθηκα, παθ. μτχ.
ταλαιπωρημένος)
[λόγ. < αρχ. ταλαι-
πωρῶ]
202
10-0102-16,5X23,5.indd 202 19/11/2015 2:09:37 µµ

