Page 204 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 204

ταξίδι

                  ταμείο (το)    1.  η  αρμόδια  υπηρεσία  Οικογ. Λέξ.: ταμίας, ταμειακός,
                (Ουσιαστικό, Ο32)  για  την  είσπραξη  και  την   ταμιευτήριο
               (τα-μεί-ο)        πληρωμή  χρημάτων:  ►Το     Προσδιορ.:  ασφαλιστικό,  διε-
               [μτγν.  ταμεῖον  <   Δημόσιο  Ταμείο  εισπράττει    τα   θνές, νομισματικό (1)
               αρχ. ταμιεῖον < τα-  δημόσια έσοδα και πληρώνει τα   Φράσεις: ►Σπάει ταμεία (= έχει
               μιεύω]            δημόσια έξοδα.              μεγάλη  εισπρακτική  επιτυχία)
                                                             ►Κλείνω  ταμείο  (=  κάνω  απο-
                                 2. γραφείο όπου γίνονται ει-  λογισμό εισόδων και εξόδων)
                                 σπράξεις και πληρωμές από
                                 τον ταμία: ►Το ταμείο του θε-
                                 άτρου ανοίγει δύο ώρες, προτού
                                 να αρχίσει η παράσταση.
                                 3.  χρηματοκιβώτιο:   ►Το
                                 κεντρικό  ταμείο  της  Τράπεζας
                                 ανοίγει και κλειδώνει με συγκε-
                                 κριμένο κωδικό.
                   τάξη (η)      1. η τακτοποίηση των πραγ-  Αντίθ.: αταξία, ακαταστασία (1)
                (Ουσιαστικό, Ο27)  μάτων  στη  σωστή  θέση:   Συνών.: διάταξη, τοποθέτηση
               (τά-ξη, γεν. -ης,   ►Έχει πάντοτε μεγάλη τάξη στο   Σύνθ.:  ένταξη,  παράταξη,  σύ-
               -εως, πληθ. -εις)  δωμάτιό του.               νταξη
               [αρχ. τάξις  < τάσ-  2.  το  σύνολο  των  μαθητών   Οικογ. Λέξ.: ταξικός
               σω (= ορίζω)]     που παρακολουθούν τα μα-    Προσδιορ.: απόλυτη, παραδειγ-
                                                             ματική (1), αγροτική, εργατική,
                                 θήματα που αντιστοιχούν σ’  επαγγελματική (4)
                                 ένα σχολικό έτος: ►Η Tρίτη  Φράσεις:  ►Πρῶτος  τῇ  τάξει
                                 τάξη πήγε σήμερα εκδρομή.   (=  ο  ανώτερος  στην  ιεραρχία)
                                 3.  η  αίθουσα  διδασκαλίας:   ►Πρώτης τάξεως (= εκλεκτός)
                                 ►Η τάξη μας είναι μεγάλη και
                                 φωτεινή.
                                 4.  κάθε  σύνολο  ανθρώπων
                                 με ίδια κοινωνική και οικο-
                                 νομική κατάσταση ή κοινό
                                 επάγγελμα:   ►Στην  αρχαία
                                 Σπάρτη υπήρχε η τάξη των ει-
                                 λώτων.

                  ταξίδι (το)    η  μετακίνηση  από  έναν  Σύνθ.: καλοτάξιδος
                (Ουσιαστικό, Ο36)  τόπο  σε  κάποιον  άλλο  με    Οικογ. Λέξ.: ταξιδεύω, ταξιδευ-
               (τα-ξί-δι, γεν. -ιού,   μεταφορικό  μέσο:  ►Μόλις   τής,  ταξιδιάρης,  ταξιδιάρικος,
                πληθ. -ια)       επέστρεψε  από  ένα  ταξίδι,  που   ταξιδιώτης, ταξιδιωτικός
               [μεσν. < ελνστ. τα-  είχε  κάνει  στα  νησιά  του  Β.   Προσδιορ.:  αεροπορικό,  επαγ-
               ξίδιον  (=  εκστρα-  Αιγαίου.                 γελματικό,  αξέχαστο,  σύντομο,
                                                             κουραστικό, παρθενικό
               τεία) <  υποκορ. του
               αρχ. τάξις]







                                                  203





       10-0102-16,5X23,5.indd   203                                                  19/11/2015   2:09:37 µµ
   199   200   201   202   203   204   205   206   207   208   209