Page 25 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 25

αμφισβητώ

                    αμφισβητώ       (μτβ.)  φέρνω  αντιρρήσεις,  Αντίθ.: παραδέχομαι, αποδέχο-
                     (Ρήμα,  Ρ6)    δε  δέχομαι    κάτι  ως  αλη-  μαι
                  (ενεστ.  αμ-φι-σβη-   θινό  ή  ορθό:  ►Ποτέ  δεν  αμ-  Συνών.:  αμφιβάλλω
                  τώ,  αόρ.  αμφισβή-  φισβήτησα  την  εξυπνάδα    και   Οικογ. Λέξ.: αμφισβήτηση, αμ-
                  τησα,  παθ.  αόρ.  αμ-                        φισβητήσιμος, αμφισβητίας
                  φισβητήθηκα,  παθ.   την  ωριμότητά  σου.  ►Μερικοί
                  μτχ.  αμφισβητημέ-  αμφισβήτησαν ότι η ομάδα μας
                  νος)              νίκησε δίκαια.
                  [αρχ. ἀμφισβητῶ]
                    αναβολή (η)     η μετάθεση μιας πράξης  για  Οικογ.  Λέξ.:  αναβάλλω,  ανα-
                   (Ουσιαστικό, Ο24)  το μέλλον: ►Ο διαιτητής απο-  βλητικός, αναβλητικότητα
                  (α-να-βο-λή)      φάσισε  την αναβολή του αγώνα   Προσδιορ.: απαράδεκτη, δικαι-
                  [αρχ. ἀναβολὴ <   εξαιτίας  των  κακών  καιρικών   ολογημένη, μεγάλη, μικρή,  τε-
                  ἀναβάλλω]         συνθηκών.                   λευταία



                    αναγκάζω        (μτβ.)  υποχρεώνω  κάποιον  Συνών.: εξαναγκάζω, πιέζω, κα-
                      (Ρήμα, Ρ4)    να κάνει κάτι που δε θέλει,    ταπιέζω
                  (α-να-γκά-ζω,  αόρ.  επιβάλλω  κάτι  με  τη  βία:   Σύνθ.:  εξαναγκάζω,  κατανα-
                  ανάγκασα, παθ. αόρ.   ►Η  φτώχεια      ανάγκασε  πολ-  γκάζω
                  αναγκάστηκα,  παθ.   λούς  να φύγουν  από τα χωριά   Οικογ. Λέξ.: ανάγκη, αναγκαί-
                  μτχ. αναγκασμένος)                            ος, αναγκαιότητα, αναγκασμός,
                  [αρχ.  ἀναγκάζω  <   και να μεταναστεύσουν στις πό-  αναγκαστικός,   αναγκαστικά
                  ἀνάγκη]           λεις.  ►Ανάγκασε τον αντίπαλο   (επίρρ.)
                                    να παραδοθεί.



                   αναγνωρίζω       1. (μτβ.) θυμάμαι κάποιον ή  Συνών.: αποδέχομαι (2), εκτιμώ,
                     (Ρήμα, Ρ4)     κάτι που  γνώρισα στο πα-   επιβραβεύω (3)
                  (α-να-γνω-ρί-ζω,  ρελθόν:  ►Άλλαξες  τόσο  πολύ   Οικογ. Λέξ.: αναγνώριση, ανα-
                   αόρ. αναγνώρισα,    που με δυσκολία σε αναγνώρισα.   γνωριστικός,   αναγνωριστικά
                  παθ.  αόρ.  αναγνω-  2.  (μτβ.)  παραδέχομαι  κάτι   (επίρρ.), αναγνωρίσιμος
                  ρίστηκα,  παθ.  μτχ.   ως  αληθινό  και  έγκυρο,   Φράσεις: ► Δε σε αναγνωρίζω!
                  αναγνωρισμένος)                               (=  για  να  δείξουμε  έκπληξη  ή
                  [λόγ.  <  αρχ.  ἀνα-  ομολογώ:                δυσαρέσκεια σε κάποιον)
                  γνωρίζω]          ►Αναγνώρισε  αμέσως  ότι  είχε
                                    κάνει  λάθος.  ►Χωρίς  δισταγμό
                                    αναγνώρισε ποιο ήταν το σωστό.
                                    3.  (μτβ.)  δείχνω  την  εκτί-
                                    μησή  μου  προς  κάποιον  ή
                                    κάτι: ►Η πολιτεία αναγνώρισε
                                    την προσφορά του στην πατρίδα.








                                                     24





       10-0102-16,5X23,5.indd   24                                                   19/11/2015   2:09:19 µµ
   20   21   22   23   24   25   26   27   28   29   30