Page 205 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 205

ταπεινός

                                                                Φράσεις:  ►Ταξίδι  του  μέλιτος
                                                                (=  το  γαμήλιο  ταξίδι  που  κά-
                                                                νουν  οι  νεόνυμφοι)  ►Ταξίδι
                                                                αστραπή (= πολύ σύντομο)


                  ταπεινός,  -ή,  -ό   αυτός που δεν είναι αλαζό-  Συνών.: μετριόφρονας
                  (Επίθετο,  Ε1,  έμψυ-  νας, ο σεμνός: ►Στη ζωή του   Σύνθ.: ταπεινοφροσύνη
                  χα)               παρέμεινε  ταπεινός  άνθρωπος,   Οικογ.  Λέξ.:  ταπεινά  (επίρρ.),
                  (τα-πει-νός)      παρά τις μεγάλες επιτυχίες που   ταπεινότητα
                  [λόγ. < αρχ. ταπει-  γνώρισε.                 Φράσεις:  ►Κατά  την  ταπεινή
                  νὸς]                                          μου γνώμη (= κατά την προσω-
                                                                πική μου άποψη)
                      τάση (η)      1.  η  προτίμηση  κάποιου  Οικογ. Λέξ.: τείνω
                   (Ουσιαστικό, Ο27)  για κάτι που το επιθυμεί ή   Προσδιορ.: ανανεωτική, ανοδι-
                  (τά-ση, γεν. -ης,   τον ευχαριστεί, η ιδιαίτερη   κή, πτωτική, ιδεολογική, πολιτι-
                  -εως, πληθ. -εις)  κλίση: ►Ο φίλος μου έχει την    κή (1)
                  [αρχ. τάσις  < τάσ-  τάση να διαβάζει ιστορικά μυθι-
                  σω (= ορίζω)]     στορήματα.
                                    2.  (φυσ.)  η  διαφορά  δυνα-
                                    μικού  στα  άκρα  ενός  αγω-
                                    γού  που  είναι  η  αιτία  του
                                    ηλεκτρικού  ρεύματος  στον
                                    αγωγό:  ►Τα  καλώδια  της
                                    Δ.Ε.Η.  έχουν  ηλεκτρικό  ρεύμα
                                    υψηλής τάσης.

                   ταυτότητα (η)    1.  απόλυτη  συμφωνία  ή  Συνών.:  σύμπτωση  (1),  φυσιο-
                   (Ουσιαστικό, Ο22)  ομοιότητα:  ►Υπάρχει  ταυτό-  γνωμία  (2)
                  (ταυ-τό-τη-τα)    τητα  απόψεων  για  την  ανάγκη   Προσδιορ.: εθνική, πολιτισμική
                  [λόγ. < αρχ. ταυτό-  να προστατεύσουμε το περιβάλ-  (2), αστυνομική, δημοσιογραφι-
                  της < ταὐτὸν]     λον.                        κή, μαθητική, φοιτητική (3)
                                    2.  τα  χαρακτηριστικά  που   Φράσεις:  ►Μαθηματική  ταυ-
                                                                τότητα (= η ισότητα ανάμεσα σε
                                    ξεχωρίζουν ένα άτομο, ένα   δύο αλγεβρικές παραστάσεις)
                                    λαό  ή  έναν  πολιτισμό  από
                                    κάποιον  άλλο: ►Οι  παραδό-
                                    σεις  αποτελούν  ένα  σημαντικό
                                    στοιχείο  της  νεοελληνικής  μας
                                    ταυτότητας.
                                    3. επίσημο δελτίο με τη φω-
                                    τογραφία  και  τα  ατομικά
                                    στοιχεία  του  κατόχου  του:
                                    ►Η  φοιτητική  ταυτότητα  βε-
                                    βαιώνει ότι ο κάτοχός της είναι
                                    φοιτητής.



                                                    204





       10-0102-16,5X23,5.indd   204                                                  19/11/2015   2:09:37 µµ
   200   201   202   203   204   205   206   207   208   209   210