Page 206 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 206

τεκμήριο

                 ταχύτητα (η)    1. το να κινείται, να παρά-  Συνών.: γρηγοράδα (1)
                (Ουσιαστικό, Ο22)  γει κάτι ή να ενεργεί κανείς    Οικογ.  Λέξ.:  ταχύς,  ταχέως
               (τα-χύ-τη-τα, γεν.   με γρήγορο τρόπο:  ►Η ανά-  (επίρρ.)
               -ας,  πληθ. -ες)  πτυξη  της  τεχνολογίας  γίνεται   Προσδιορ.:  πρώτη,  ιλιγγιώδης,
               [αρχ. ταχυτὴς,    κατά τα τελευταία χρόνια  με με-  υπερβολική (1)
                -υτῆτος  < ταχὺς]  γάλη ταχύτητα.            Φράσεις:  ►Κεκτημένη  ταχύτη-
                                                             τα  (=  για  κάτι  που  γίνεται  αυ-
                                 2.  (φυσ.)  το  διάστημα  που   θόρμητα και χωρίς σκέψη) ►Με
                                 διανύεται από κινητό σώμα  την ταχύτητα του φωτός (= πολύ
                                 σε ορισμένη χρονική μονά-   γρήγορα)
                                 δα: ►Στις εθνικές οδούς υπάρ-
                                 χει ανώτατο όριο ταχύτητας για
                                 όλα τα αυτοκίνητα.
                    τείνω        1. (μτβ.) τεντώνω, απλώνω:  Συνών.: προβάλλω (1), κατατεί-
                   (Ρήμα, Ρ1)    ►Μου έτεινε το χέρι και ζήτησε   νω (2)
               (ενεστ.  τεί-νω,  πα-  την υποστήριξή μου.    Σύνθ.:  εκτείνω,  εντείνω,  παρα-
               ρατ. έτεινα, παθ. αόρ.   2.    (μτβ.)  αποβλέπω,  απο-  τείνω, προτείνω
               (επεκ)τάθηκα,  παθ.   σκοπώ σε κάτι: ►Όλα τα μέ-  Οικογ. Λέξ.: τάση
               μτχ. τεταμένος)   τρα  της  Τροχαίας  τείνουν  στον
               [αρχ. τείνω]
                                 περιορισμό των ατυχημάτων.


                  τείχος (το)    1. ψηλό αμυντικό οχύρωμα  Σύνθ.: τειχοποιία
                (Ουσιαστικό, Ο37)  γύρω από μια πόλη ή περι-  Οικογ.  Λέξ.:  τειχίζω,  τείχιση,
               (τεί-χος,  γεν.  -ους,  οχή:  ►Τα  τείχη  των  πόλεων   τείχισμα
               πληθ. -η)         κτίζονταν, για να τις προφυλάσ-  Προσδιορ.:  απόρθητο,  μεσαιω-
               [λόγ. < αρχ. τεῖχος]  σουν από τις επιδρομές.  νικό (1)
                                 2.   οτιδήποτε   εμποδίζει,   Φράσεις:  ►Εντός  /  εκτός  των
                   Προσοχή!                                  τειχών  (=  μέσα  ή  έξω  από  μια
               τα τείχη – οι τοίχοι   προστατεύει,  απομακρύνει:   οργανωμένη ομάδα ανθρώπων)
                   – η τύχη      ►Οι  αμυντικοί  παίχτες  δημι-  ►Το τείχος του Βερολίνου (= το
                                 ουργούν ένα πραγματικό τείχος,  τείχος που χώριζε το ανατολικό
                                 όταν επιτίθενται οι αντίπαλοι.  από το δυτικό Βερολίνο από το
                                                             1961 έως το 1989)


                τεκμήριο (το)    αποδεικτικό  στοιχείο  στο  Συνών.: πειστήριο
                (Ουσιαστικό, Ο34)  οποίο  μπορεί  να  στηριχτεί   Οικογ.  Λέξ.:  τεκμηριώνω,  τεκ-
               (τεκ-μή-ρι-ο, γεν.  κανείς  για  την  εξαγωγή   μηρίωση
                -ίου, πληθ. -α)  συμπερασμάτων:  ►Η  καλή    Προσδιορ.: δικαστικό, φορολο-
                                                             γικό

               [αρχ.  τεκμήριον    <  συμπεριφορά  που  έδειξε  μέχρι  Φράσεις:  ►Κατά  τεκμήριο  (=
               τεκμαίρομαι (= συ-  τώρα δεν αποτελεί υποχρεωτικά    όπως  αποδεικνύεται  από  γνω-
               μπεραίνω)]        τεκμήριο αθωότητας.         στά στοιχεία)






                                                  205





       10-0102-16,5X23,5.indd   205                                                  19/11/2015   2:09:38 µµ
   201   202   203   204   205   206   207   208   209   210   211