Page 207 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 207

τέκνο

                     τέκνο (το)     1. το παιδί: ►Αυτό είναι το τέ-  Συνών.:  γόνος,  γιος,  κόρη  (1),
                   (Ουσιαστικό, Ο32)  ταρτο τέκνο της οικογένειας.  γέννημα (3)
                  (τέκ-νο)          2. ο απόγονος:  ►Οι Δωριείς   Σύνθ.: τεκνοποίηση, πολύτεκνος
                  [λόγ. < αρχ. τέκνον   θεωρούνται τέκνα του Ηρακλή.  Προσδιορ.:  θετό,  γνήσιο, πνευ-
                  < τίκτω (= γεννώ)]  3. αυτός που κατάγεται από   ματικό, υιοθετημένο (1)
                                    κάποια  χώρα  ή  περιοχή:   Φράσεις:  ►Καὶ  σύ,  τέκνον
                                                                Βροῦτε; (= όταν δέχεται κανείς
                                    ►Ο Ελευθέριος Βενιζέλος είναι   πλήγμα από πρόσωπο της εμπι-
                                    γνήσιο τέκνο της Κρήτης.    στοσύνης του)





                     τελετή (η)     1. επίσημος πολιτικός, στρα-  Συνών.: ιεροτελεστία (2)
                   (Ουσιαστικό, Ο24)  τιωτικός  ή  θρησκευτικός   Σύνθ.: τελετουργία, τελετάρχης
                  (τε-λε-τή)        εορτασμός,  με  πανηγυρικό   Οικογ. Λέξ.: τελώ, τέλεση
                  [λόγ. < αρχ. τελετὴ   συνήθως χαρακτήρα: ►Η τε-  Προσδιορ.:  σεμνή,    λαμπρή  (1,
                  < τελῶ]           λετή έναρξης των Ολυμπιακών   2)
                                    Αγώνων  της  Αθήνας  το  2004
                                    έγινε με μεγάλη επιτυχία.
                                    2.  η  τέλεση  θρησκευτικού
                                    μυστηρίου  ή  άλλης  ιε-
                                    ρής  ακολουθίας:  ►Στις  6
                                    Ιανουαρίου κάθε έτους γίνεται η
                                    τελετή  αγιασμού των υδάτων.




                     τέρας (το)     1. κάθε πλάσμα που δεν έχει  Συνών.: έκτρωμα (1)
                   (Ουσιαστικό, Ο42)  φυσιολογική διάπλαση: ►Η   Σύνθ.:  τερατούργημα,  τερατό-
                  (τέ-ρας, γεν.     κατσίκα  γέννησε  ένα  τέρας  με   μορφος
                  -ατος,  πληθ. -ατα)  δυο κεφάλια.             Οικογ. Λέξ.: τεράστιος, τερατώ-
                  [αρχ. τέρας]      2.  φανταστικό  και  τρομα-  δης
                                    κτικό  δημιούργημα:  ►Οι    Προσδιορ.: εξωγήινο (2), υπερ-
                                                                φυσικό (1, 2)
                                    Στυμφαλίδες Όρνιθες ήταν μυ-  Φράσεις:  ►Σημεία  και  τέρα-
                                    θολογικά τέρατα.            τα (= γεγονότα ή έργα που μας
                                    3.  (μτφ.)  άνθρωπος  με  αφήνουν άναυδους)
                                    ανάρμοστη  συμπεριφορά:
                                    ►Ο  τρόπος  που  συμπεριφέρε-
                                    ται  στους  δικούς  του  δείχνει










                                                    206





       10-0102-16,5X23,5.indd   206                                                  19/11/2015   2:09:38 µµ
   202   203   204   205   206   207   208   209   210   211   212