Page 208 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 208
τεχνολογία
πως πρόκειται για ένα πραγμα-
τικό τέρας.
4. καθετί που εμφανίζεται
ως κάτι το ιδιαίτερο και
ασυνήθιστο: ►Ξέρει τόσα πολ-
λά ώστε αποτελεί ένα πραγματι-
κό τέρας γνώσεων.
τέχνη (η) 1. κάθε δημιούργημα που Συνών.: μαστοριά (2, 3)
(Ουσιαστικό, Ο25) εκφράζει το συναισθημα- Σύνθ.: τεχνοτροπία, τεχνογνω-
(τέ-χνη) τικό κόσμο του ανθρώπου σία, τεχνοκριτικός, τεχνοκρά-
[αρχ. τέχνη] και προκαλεί αισθητική της, τεχνολογία, άτεχνος, περί-
απόλαυση: ►Ο Παρθενώνας τεχνος, λογοτεχνία
Οικογ. Λέξ.: τέχνασμα, τεχνη-
αποτελεί ένα αξεπέραστο έργο τός, τεχνικός, τεχνική (η), τεχνη-
τέχνης. έντως (επίρρ.), τεχνητά (επίρρ.),
2. η ιδιαίτερη ικανότητα τεχνικά (επίρρ.)
στην εκτέλεση έργου: ►Η Προσδιορ.: αρχαία, κλασική,
καλή μαγειρική χρειάζεται τέ- βυζαντινή, γεωμετρική, λαϊκή
χνη και φαντασία. (1)
3. όλα όσα είναι απαραίτη- Φράσεις: ►Καλές τέχνες (= αρ-
τα για την άσκηση ενός χει- χιτεκτονική, γλυπτική, ζωγρα-
ρωνακτικού επαγγέλματος: φική, ποίηση, μουσική, χορός)
►Η έβδομη τέχνη (= ο κινημα-
►Έμαθε από μικρός την τέχνη τογράφος)
του μαραγκού. Παροιμ.: ►Μάθε τέχνη κι άστη-
νε, κι αν πεινάσεις πιάστηνε
τεχνολογία (η) 1. η εφαρμογή των τεχνι- Οικογ. Λέξ.: τεχνολογώ, τεχνο-
(Ουσιαστικό, Ο19) κών και επιστημονικών λόγος, τεχνολογικός
(τε-χνο-λο-γί-α) γνώσεων στη βιομηχανία Προσδιορ.: σύγχρονη, διαστη-
[μτγν. τεχνολογία και το εμπόριο: ►Η ανάπτυξη μική, ιατρική, εκπαιδευτική (2)
< τεχνολόγος < τέ- της τεχνολογίας τροφίμων κατά
χνη + λόγος] τον 20 αιώνα άλλαξε τις συνή-
ο
θειες διατροφής.
2. οι κατακτήσεις του αν-
θρώπου στον τεχνικό τομέα:
►Τα αυτοκίνητα της τελευταίας
δεκαετίας ξεχωρίζουν για την
υψηλή τεχνολογία τους.
3. (γραμμ.) η γραμματική
αναγνώριση των λέξεων
ενός κειμένου: ►Η τεχνολο-
γία των λέξεων ήταν παλιότερα
πολύ συνηθισμένη άσκηση.
207
10-0102-16,5X23,5.indd 207 19/11/2015 2:09:38 µµ

