Page 209 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 209

τηλεόραση

                   τηλεόραση (η)    1.  η  μετάδοση  σε  μακρινή  Συνών.: τηλεοπτικός δέκτης (2)
                   (Ουσιαστικό, Ο28)  απόσταση εικόνας και ήχου   Προσδιορ.:  ασπρόμαυρη,  έγ-
                  (τη-λε-ό-ρα-ση, γεν.  με  τη  βοήθεια  ηλεκτρομα-  χρωμη,  δορυφορική,  καλωδια-
                   -ης, -άσεως, πληθ.   γνητικών  κυμάτων:   ►Η   κή, εκπαιδευτική (1, 2), ιδιωτική,
                  -άσεις)           ελληνική  τηλεόραση  μεταδίδει   κρατική (1)
                  [μεταφρ.    δάν.   πολλές  φορές  προγράμματα  με
                  αγγλ.  television  <   εκπαιδευτικό περιεχόμενο.
                  tele (τῆλε) + vision]
                                    2.  συσκευή  για  τη  λήψη
                                    προγραμμάτων,      δέκτης:
                                    ►Αγοράσαμε πρόσφατα μια έγ-
                                    χρωμη φορητή τηλεόραση.



                      τίθεμαι       (αμτβ.) τοποθετούμαι, παίρ-  Οικογ.  Λέξ.:  θετός,  θέση,  θέμα,
                       (Ρήμα)       νω  θέση:  ►Ο  υποδιευθυντής   θεσμός, θήκη
                  (ενεστ. τί-θε-μαι παθ.  του σχολείου τέθηκε υπεύθυνος   Φράσεις:  ►Τίθεμαι  επικεφα-
                  αόρ. τέθηκα)      των σχολικών εκδρομών.      λής (= προπορεύομαι, αναλαμ-
                  [αρχ. τίθεμαι]                                βάνω  τη  διεύθυνση)  ►Τίθεμαι
                                                                επί  ποδός  (=  κινητοποιούμαι)
                                                                ►Τίθεμαι προ των ευθυνών μου
                                                                (= καλούμαι να αναλάβω τις ευ-
                                                                θύνες μου) ►Δεν τίθεται θέμα (=
                                                                δεν υπάρχει πρόβλημα)




                      τιμή (η)      1. η αξία ενός πράγματος ή  Σύνθ.:  τιμάριθμος, τιμοκατάλο-
                   (Ουσιαστικό, Ο24)  μιας  υπηρεσίας,  συνήθως   γος,  τιμολόγιο,  ισότιμος,  επίτι-
                  (τι-μή)           σε χρήματα: ►Τα καταστήμα-  μος, αντίτιμο
                  [λόγ.  <  αρχ.  τιμὴ   τα έχουν χαμηλότερες τιμές στα   Οικογ.  Λέξ.:  τίμιος,  τιμιότητα,
                  <  τίω  (=  αποδίδω   προϊόντα τους κατά την περίοδο   τίμημα, τιμητικός, τίμια (επίρρ.),
                  τιμή, σέβομαι)]   των εκπτώσεων.              τιμητικά (επίρρ.)
                                    2. η καλή φήμη, η κοινωνι-  Φράσεις:  ►Τιμής  ένεκεν  (=  σε
                                                                ένδειξη  σεβασμού)    ►Λόγω  τι-
                                    κή εκτίμηση:  ►Δεν επιτρέπω  μής (= στον λόγο μου)
                                    σε  κανέναν  να  προσβάλλει  την  Παροιμ.: ►Η τιμή τιμή δεν έχει
                                    προσωπική μου τιμή.         και χαρά στον που την έχει
















                                                    208





       10-0102-16,5X23,5.indd   208                                                  19/11/2015   2:09:38 µµ
   204   205   206   207   208   209   210   211   212   213   214