Page 210 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 210
τόκος
τιμώ 1. (μτβ.) εκδηλώνω τον Συνών.: σέβομαι (1), στοιχίζω
(Ρήμα, Ρ5) σεβασμό μου σε κάποιον, (2)
(ενεστ. τι-μώ, αόρ. απονέμω τιμή σε κάποιον: Σύνθ.: αποτιμώ, εκτιμώ, επιτι-
τίμησα, παθ. αόρ. ►Στις 25 Νοεμβρίου τιμούμε μώ, προτιμώ, υποτιμώ
τιμήθηκα, παθ. μτχ. τους αγωνιστές της Εθνικής Φράσεις: ►Τιμώ την υπόσχε-
τιμημένος) Αντίστασης. σή μου (= κρατώ τον λόγο μου)
[αρχ. τιμῶ < τιμὴ] ►Τιμά με την παρουσία του (=
2. (μτβ.) (μέσ., γ’ πρόσ.) κο- παρευρίσκεται ως επίσημο πρό-
στίζει: ►Αυτός ο ζωγραφικός σωπο)
πίνακας τιμάται πεντακόσια
ευρώ.
τμήμα (το) 1. κομμάτι, μέρος ενός συ- Συνών.: τεμάχιο, τομέας (1)
(Ουσιαστικό, Ο39) νόλου: ►Η Τετάρτη τάξη του Σύνθ.: τμηματάρχης
(τμή-μα, γεν. -ατος, σχολείου μας αποτελείται από Οικογ. Λέξ.: τμηματικός, τμη-
πληθ. -ατα) δύο τμήματα. ματικά (επίρρ.)
[αρχ. τμῆμα] 2. (μαθημ.) το μέρος μιας Προσδιορ.: ευθύγραμμο, κυκλι-
ευθείας ή μιας επιφάνειας: κό (2)
►Τμήμα κύκλου είναι το μέρος
της επιφάνειας του κύκλου που
περιλαμβάνεται ανάμεσα σ’ ένα
τόξο και στην αντίστοιχη χορδή.
τοίχος (ο) κτίσμα από πέτρες, τούβλα Σύνθ.: τοιχοκόλληση, μαντρό-
(Ουσιαστικό, Ο14) ή άλλο υλικό, για να δια- τοιχος, τοιχογραφία, μεσοτοι-
(τοί-χος, γεν. -ου, χωριστεί ή να περιφραχτεί χία, τοιχοποιία
πληθ. -οι) ένας χώρος: ►Έβαψαν τους Φράσεις: ►Χτυπώ το κεφάλι
[αρχ. τοῖχος] τοίχους του σχολείου με ζωηρά μου στον τοίχο (= μετανιώνω
χαρούμενα χρώματα. για κάτι που έκανα) ►Και οι
Προσοχή! τοίχοι έχουν αυτιά (= μίλα χα-
οι τοίχοι – τα τείχη μηλόφωνα, γιατί κάποιος μπο-
– η τύχη ρεί να μας ακούσει) ►Κολλάω
κάποιον στον τοίχο (= αποστο-
μώνω κάποιον)
τόκος (ο) το κέρδος που προκύπτει Σύνθ.: τοκογλύφος, επιτόκιο
(Ουσιαστικό, Ο14) από κατάθεση χρημάτων Οικογ. Λέξ.: τοκίζω, τοκισμός,
(τό-κος) στην Τράπεζα ή από δανει- τοκιστής
[αρχ. τόκος] σμό: ►Από τα χρήματα που Προσδιορ.: νόμιμος, τραπεζικός
κατέθεσε στην Τράπεζα πήρε
διακόσια ευρώ τόκο.
209
10-0102-16,5X23,5.indd 209 19/11/2015 2:09:38 µµ

