Page 211 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 211
τολμηρός
τολμηρός, -ή, -ό 1. θαρραλέος, αποφασι- Αντίθ.: άτολμος (1), συνεσταλ-
(Επίθετο, Ε1, έμψυ- στικός, ριψοκίνδυνος: ►Ο μένος (2)
χα) Κολόμβος ήταν ένας τολμηρός Συνών.: άφοβος, αποφασιστι-
(τολ-μη-ρός) θαλασσοπόρος. κός (1)
[λόγ. < αρχ. τολμη- 2. θρασύς, προκλητικός: Οικογ. Λέξ.: τολμώ, τόλμη, τόλ-
ρὸς < τόλμη] ►Έκανε τολμηρές και ανεπίτρε- μημα
πτες χειρονομίες. Προσδιοριζ.: σχέδιο, περιγρα-
φή (1)
τόνος (ο) 1. (γραμμ.) το σημάδι που Συνών.: τονικό σημείο (1)
(Ουσιαστικό, Ο14) σημειώνουμε πάνω στο φω- Σύνθ.: άτονος, παράτονος, οξύ-
(τό-νος, γεν. -ου, νήεν της συλλαβής που προ- τονος, παροξύτονος, προπαρο-
πληθ. -οι) φέρεται πιο δυνατά: ►Ο τό- ξύτονος
[αρχ. τόνος < τείνω νος που χρησιμοποιούμε σήμερα Προσδιορ.: απαλός, δραματι-
(= τεντώνω)] είναι η οξεία. κός, εύθυμος, ρητορικός, μελαγ-
Προσοχή! χολικός (2)
►τόνος = μονάδα βά- 2. ένταση και χροιά της φω- Φράσεις: ►Ανεβάζω τους τό-
ρους που ισοδυναμεί με νής: ►Χαμήλωσε τον τόνο της νους (= αυξάνω την ένταση της
1000 κιλά φωνής σου, για να μην ενοχλού- φωνής) ►Επαναλαμβάνω σε
►τόνος = είδος ψαριού με τους γείτονες. όλους τους τόνους (= επαναλαμ-
βάνω με έμφαση)
τονώνω 1. (μτβ.) δίνω σε κάτι δύ- Αντίθ.: εξασθενίζω, αδυνατίζω
(Ρήμα, Ρ1) ναμη, ενισχύω, δυναμώνω: (1)
(ενεστ. το-νώ-νω, ►Ένα πλούσιο πρωινό είναι Συνών.: ενδυναμώνω (1)
αόρ. τόνωσα, παθ. απαραίτητο, γιατί τονώνει τον Οικογ. Λέξ.: τόνος, τόνωση, το-
αόρ. τονώθηκα, παθ. ανθρώπινο οργανισμό. νωτικός
μτχ. τονωμένος) 2. (μτβ.) ενισχύω ψυχικά,
[μτγν. τονῶ < αρχ.
τόνος] εμψυχώνω: ►Με τόνωσε
πάρα πολύ με τα καλά λόγια που
μου είπε.
τοξικός, -ή, -ό που περιέχει δηλητηριώ- Σύνθ.: τοξικολογία, τοξικομα-
(Επίθετο, Ε1, άψυχα) δεις ουσίες: ►Κάποια φάρμα- νής
(το-ξι-κός) κα περιέχουν τοξικές ουσίες. Οικογ. Λέξ.: τοξικότητα, τοξίνες
[λόγ. < γαλλ. (οι)
toxique < αρχ. τό- Προσδιοριζ.: αέρια (τα), νέφος,
ξον] ουσίες (οι), απόβλητα (τα)
τόπος (ο) 1. έκταση γης, τοποθεσία: Σύνθ.: ερημότοπος, τοπογρά-
(Ουσιαστικό, Ο14) ►Οι γονείς του ζουν σ’ έναν φος, τοπωνύμιο
(τό-πος, γεν. -ου, άγονο τόπο. Οικογ. Λέξ.: τοπικός, τοπικι-
πληθ. -οι) 2. συγκεκριμένη περιοχή, στής
[αρχ. τόπος] πατρίδα: ►Η αρχαία Αθήνα Προσδιορ.: αρχαιολογικός, απρό-
είναι ο τόπος που γεννήθηκε η σιτος, φιλόξενος, γεωμετρικός (1)
210
10-0102-16,5X23,5.indd 210 19/11/2015 2:09:38 µµ

