Page 212 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 212
τραβώ
δημοκρατία. Φράσεις: ►Δίνω τόπο στην
3. ο χώρος που καταλαμβά- οργή (= συγκρατώ τον θυμό
νει κάποιος ή κάτι: ►Η βι- μου) ►Είναι εκτός τόπου και
βλιοθήκη πιάνει πολύ τόπο στο χρόνου (= δεν αντιλαμβάνεται
σωστά τα πράγματα)
σπίτι.
Παροιμ.: ►Παπούτσια από τον
τόπο σου κι ας είναι μπαλωμένα
τουρισμός (ο) 1. προσωρινή μετακίνηση Σύνθ.: αγροτοτουρισμός, οικο-
(Ουσιαστικό, Ο13) ανθρώπων από τον τόπο τουρισμός
(του-ρι-σμός) που μένουν σε κάποιον άλ- Οικογ. Λέξ.: τουρίστας, τουρι-
[λόγ. < γαλλ. λον, για να ψυχαγωγηθούν στικός
tourisme < αγγλ. και να επισκεφτούν διάφο- Προσδιορ.: εσωτερικός, παρα-
tourism < λατ. ρα αξιοθέατα: ►Ο τουρισμός θαλάσσιος, χειμερινός, εκπαι-
tornare < αρχ. τόρ- δευτικός (1)
νος] φέρνει στη χώρα μας σημαντικό Φράσεις: ►Κοινωνικός τουρι-
συνάλλαγμα. σμός (= η βοήθεια του κράτους
2. ιδιωτικοί και κρατικοί προς τις ασθενέστερες τάξεις για
φορείς που ασχολούνται με φτηνές ή δωρεάν διακοπές)
την προσέλκυση και εξυπη-
ρέτηση ξένων και ντόπιων
επισκεπτών: ►Τα ταξιδιωτικά
γραφεία συμβάλλουν στην ανά-
πτυξη του τουρισμού.
τραβώ 1. (μτβ.) ασκώ δύναμη σε Αντίθ.: απωθώ (1)
(Ρήμα, Ρ5) κάποιον ή κάτι, για να το Συνών.: σέρνω, έλκω (1)
(ενεστ. τρα-βώ, αόρ. μετακινήσω προς το μέρος Σύνθ.: αποτραβώ, παρατραβώ
τράβηξα, παθ. αόρ. μου: ►Οι ψαράδες, όταν μα- Φράσεις: ►Τραβώ τον δρόμο
τραβήχτηκα, παθ. ζεύουν τα δίχτυα, τα τραβούν με μου (= ακολουθώ τη δική μου
μτχ. τραβηγμένος) μεγάλη δύναμη. πορεία) ►Τραβάω το σκοινί (=
[μεσν. τραυῶ < δεν υποχωρώ, είμαι αδιάλλα-
τραυίζω < ταυρίζω 2. (μτβ.) (μτφ.) υποφέρω, τα- κτος) ►Τραβάει η ψυχή μου (=
< ταῦρος] λαιπωρούμαι: ►Ο παππούς επιθυμώ πολύ) ►Τον τραβάει
μου τράβηξε πολλά κατά τη δι- απ’ τη μύτη (= τον κάνει ό,τι θέ-
άρκεια του πολέμου. λει) ►Τραβώ τα μαλλιά μου (=
3. (αμτβ.) προχωρώ, πορεύ- βρίσκομαι σε απόγνωση)
ομαι προς μια κατεύθυνση:
►Τράβηξε στη συνέχεια για τα
νησιά του Αιγαίου.
211
10-0102-16,5X23,5.indd 211 19/11/2015 2:09:38 µµ

