Page 213 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 213

τραγικός

                  τραγικός, -ή, -ό   1. αυτός που έχει σχέση με  Αντίθ.: κωμικός
                  (Επίθετο, Ε1, έμψυχα  την  τραγωδία,  τη  δραμα-  Συνών.: κωμικοτραγικός
                  και άψυχα)        τική  ποίηση:  ►Ο  Αισχύλος   Οικογ.  Λέξ.:  τραγικά  (επίρρ.),
                  (τρα-γι-κός)      ήταν ένας από τους τρεις μεγα-  τραγικότητα
                  [αρχ.  τραγικὸς  <                            Προσδιοριζ.:   ήρωας (1), γεγο-
                  τράγος]           λύτερους τραγικούς ποιητές της   νός, εξέλιξη, συμβάν, επεισόδιο,
                                    αρχαιότητας.                κατάληξη (2)
                                    2. κάτι δυσάρεστο που προ-  Φράσεις:  ►Τραγική  ειρωνεία
                                    καλεί  βαθιά  λύπη:  ►Βρήκε   (=  Η  ασυμφωνία  ανάμεσα  σ’
                                    τραγικό θάνατο σε αυτοκινητικό   αυτό  που  αναμένει  ο  ήρωας
                                    δυστύχημα.                  να συμβεί και σε ό,τι τελικά θα
                                                                συμβεί,  πράγμα  το  οποίο  ο  θε-
                                                                ατής το έχει ήδη καταλάβει και
                                                                αγωνιά)


                   τραγωδία (η)     1. δραματικό έργο που προ-  Αντίθ.: κωμωδία (1)
                   (Ουσιαστικό, Ο19)  καλεί λύπη, συγκίνηση και   Συνών.: δράμα (2)
                  (τρα-γω-δί-α)     συμπάθεια  στους  θεατές:   Σύνθ.: τραγωδοποιός
                  [αρχ.  τραγωδία  <   ►Οι  τραγωδίες  του  Σοφοκλή   Προσδιορ.:  αρχαία (1), αεροπο-
                  τραγῳδὸς]         εξακολουθούν να συγκινούν την   ρική, οικογενειακή (2)
                                    ανθρωπότητα.
                                    2.  (μτφ.)  τραγικό  γεγονός,
                                    μεγάλο δυστύχημα: ►Η απώ-
                                    λεια  τόσων  ανθρώπων  καθη-
                                    μερινά  στην  άσφαλτο  αποτελεί
                                    πραγματική τραγωδία.


                  τραχύς,  -ιά,  -ύ   1.  που  δεν  έχει  ομαλή  και  Αντίθ.:  μαλακός (3), τρυφερός,
                  (Επίθετο, Ε6, έμψυχα  λεία  επιφάνεια:  ►Ο  δρόμος   πράος, ήπιος (2)
                  και άψυχα)        για το μοναστήρι του χωριού  εί-  Συνών.:  βαρύς (3)
                  (τρα-χύς, γεν. -έως,   ναι τραχύς και δύσκολος.  Οικογ. Λέξ.: τραχεία, τραχύτη-
                  -ιάς, -έως, πληθ. -είς,   2.  (μτφ.  για  πρόσ.)  αυτός   τα, τραχύνω
                  -είς, -έα)
                  [αρχ. τραχὺς]     που είναι απότομος, αγροί-
                                    κος:  ►Είναι  ιδιαίτερα  τραχύς
                                    στη  συμπεριφορά  του  με  τους
                                    άλλους.
                                    3.  σκληρός,  άγριος,  ανυπό-
                                    φορος: ►Στα ορεινά της πατρί-
                                    δας μας ο χειμώνας είναι τραχύς
                                    και δύσκολος.






                                                    212





       10-0102-16,5X23,5.indd   212                                                  19/11/2015   2:09:38 µµ
   208   209   210   211   212   213   214   215   216   217   218