Page 214 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 214

τρομάζω

                  τρένο (το)     μέσο μεταφοράς με βαγόνια  Συνών.: αμαξοστοιχία
                (Ουσιαστικό, Ο32)  που  τα  σέρνει  μια  μηχανή  Προσδιορ.: ηλεκτρικό, υπόγειο
               (τρέ-νο)          και το οποίο κινείται πάνω   Φράσεις:  ►Χάνω  το  τρένο  (=
               [λόγ. < γαλλ. train]  σε  σιδηροτροχιές,  σιδηρό-  χάνω  μια  σημαντική  ευκαιρία)
                                 δρομος:  ►Προτίμησε  να  ταξι-  ►Κατεβαίνω  από  το  τρένο  (=
                                 δέψει για την Αλεξανδρούπολη   εγκαταλείπω μια προσπάθεια)
                                 με το τρένο της γραμμής.
                τρέφω και θρέ-   1. (μτβ.) δίνω τροφή σε άν-  Συνών.: διατρέφω, ταΐζω (1)
                     φω          θρωπο ή σε ζώο: ►Τρέφει στο  Σύνθ.: εκτρέφω, ανατρέφω, δια-
                   (Ρήμα, Ρ1)    σπίτι του με σπόρους δύο πουλά-  τρέφω
               (ενεστ.  τρέ-φω,  αόρ.  κια.                  Οικογ. Λέξ.: θρέμμα,  τροφή
               έθρεψα,  παθ.  αόρ.  2.  (μτβ.)  συντηρώ:  ►Κατα-  Φράσεις: ►Τρέφω νιάτα (= τε-
               τράφηκα,  παθ.  μτχ.  φέρνει να τρέφει την οικογένειά   μπελιάζω)
               θρεμμένος)        του με τα χρήματα που κερδίζει.
               [αρχ. τρέφω < θρέ-  3. (μτβ.) διατηρώ κάτι μέσα
               φω]               μου:  ►Τρέφω  ελπίδες  ότι  το
                                 πρόβλημα της ύδρευσης θα λυ-
                                 θεί σύντομα.

                   τριβή (η)     1.  (φυσ.)  η  αντίσταση  που  Συνών.: εξοικείωση (2)
                (Ουσιαστικό, Ο24)  συναντά  ένα  σώμα,  όταν  Σύνθ.:  εντριβή,  συντριβή,  δια-
               (τρι-βή)          κινείται  και  βρίσκεται  σε   τριβή, προστριβή
               [λόγ. < αρχ. τρίβω]  επαφή  με  ένα  άλλο:  ►Στις   Οικογ. Λέξ.: τρίβω, τρίψιμο
                                 επιφάνειες  των  οδοστρωμάτων   Προσδιορ.: καθημερινή (2)
                                 που  δεν  είναι  λείες  έχουμε  με-  Φράσεις:  ►Σημείο  τριβής  (=
                                 γαλύτερη  τριβή  με  αποτέλεσμα   θέμα για το οποίο υπάρχει αντι-
                                 τα αυτοκίνητα να φρενάρουν με   παράθεση  και  αδυναμία  συμ-
                                 ασφάλεια.                   φωνίας)
                                 2. (μτφ.) η απόκτηση πείρας
                                 από  μία  μακροχρόνια  και
                                 συστηματική  απασχόληση:
                                 ►Η  τριβή  με  τα  κλάσματα  τον
                                 βοήθησε  να  καταλάβει  καλύτε-
                                 ρα  τον  πολλαπλασιασμό  και  τη
                                 διαίρεση.
                  τρομάζω        1.  (μτβ.)  προκαλώ  ξαφνικό  Συνών.: φοβίζω (1), φοβάμαι (2)
                   (Ρήμα, Ρ4)    ή έντονο φόβο σε κάποιον:  Οικογ. Λέξ.: τρόμαγμα, τρομα-
               (ενεστ.   τρο-μά-ζω,   ►Η  ξαφνική  βροντή  τρόμαξε   κτικός
               αόρ.  τρόμαξα,    παθ.  τους βοσκούς και το κοπάδι.  Φράσεις:  ►Τρόμαξα  να  …  (=
               μτχ. τρομαγμένος)  2.  (αμτβ.)  κυριεύομαι  ξαφ-  δυσκολεύτηκα πολύ να …)
               [αρχ. τρομάσσω]   νικά από έντονο φόβο, πα-
                                 νικοβάλλομαι:    ►Τρόμαξα
                                 πολύ,  όταν  τον  είδα    μπροστά
                                 μου σε τόσο άσχημη κατάσταση.




                                                  213





       10-0102-16,5X23,5.indd   213                                                  19/11/2015   2:09:38 µµ
   209   210   211   212   213   214   215   216   217   218   219