Page 26 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 26

ανακαίνιση

               ανάδοχος (ο, η)   1.  αυτός  που  αναλαμβάνει  Συνών.:  εργολάβος, κατασκευ-
               (Ουσιαστικό, Ο16)  την ευθύνη να εκτελέσει ένα   αστής (1)
               (α-νά-δο-χος)     έργο: ►Ανάδοχος του αεροδρο-  Προσδιορ.:  αρχικός,  κύριος,
               [μτγν.   ἀνάδοχος   μίου είναι μία ξένη εταιρεία.  αξιόπιστος (1), υποψήφιος (1, 2)
               < αρχ.  ἀναδέχο-  2. αυτός που δίνει το όνομα
               μαι]              στο μωρό, ο νονός:
                                 ►Ο ιερέας ρώτησε τον ανάδοχο
                                 για το όνομα του μωρού.


                αναδρομή (η)     επιστροφή  στα  περασμέ-    Συνών.:   επαναφορά
                (Ουσιαστικό, Ο24)  να, στα προηγούμενα:  ►Το   Οικογ. Λέξ.: αναδρομικός, ανα-
               (α-να-δρο-μή)     βιβλίο  για  τους  Ολυμπιακούς   δρομικά  (επίρρ.),    αναδρομικό-
               [μτγν. ἀναδρομὴ <   Αγώνες  της  Αθήνας  του  2004   τητα
               ἀνὰ + δρομὴ]      περιέχει μια σύντομη αναδρομή   Προσδιορ.:  ευχάριστη,  ιστορι-
                                 στις προηγούμενες Ολυμπιάδες.   κή,  σύντομη, νοσταλγική



                αναζήτηση (η)    επίμονη  προσπάθεια    για  Συνών.:  διερεύνηση
                (Ουσιαστικό, Ο28)  να  βρεθεί  κάποιος  ή  κάτι,   Οικογ. Λέξ.: αναζητώ
               (α-να-ζή-τη-ση, γεν.   έρευνα: ►Η αναζήτηση στέγης   Προσδιορ.:   άμεση,  επίμονη,
               -ης, -ήσεως, πληθ.   απασχολεί  κάθε χρόνο  χιλιάδες   επίπονη, επιστημονική,   συστη-
                -ήσεις)          φοιτητές.                   ματική, πνευματικές (οι), καλλι-
               [λόγ. < αρχ. ἀναζή-                           τεχνικές (οι)
               τησις < ἀναζητῶ]
                 αναίδεια (η)    έλλειψη  ντροπής  ή  διακρι-  Αντίθ.: σεμνότητα
                (Ουσιαστικό, Ο20)  τικότητας,  θρασύτητα:  ►Η   Συνών.: αδιαντροπιά, αυθάδεια
               (α-ναί-δει-α,   γεν.          αναίδειά του ξεπέρασε κάθε όριο.  Οικογ.  Λέξ.:  αναιδής,  αναιδώς
               -ας,  πληθ. - )                               (επίρρ.)
               [λόγ. <  αρχ. ἀναί-                           Προσδιορ.:  πρωτοφανής,    απί-
               δεια  <  ἀναιδὴς  <                           στευτη, αχαρακτήριστη, μεγάλη
               ἀν στερ. + αἰδὼς (=
               ντροπή)]
               ανακαίνιση (η)    δίνω  καινούργια  μορφή  σ’  Συνών.: ανανέωση, αναμόρφω-
                (Ουσιαστικό, Ο28)  ένα  παλιό  κτίριο  ή  χώρο   ση
               (α-να-καί-νι-ση,   μέσα  από  διάφορες  επι-  Οικογ.  Λέξ.:  ανακαινίζω,  ανα-
               γεν. -ης, -ίσεως,   σκευές,  βελτιώσεις,  επιδι-  καινιστής, ανακαινιστικός
               πληθ. –ίσεις, γεν.   ορθώσεις:  ►Οδηγηθήκαμε  σε   Προσδιορ.:   γενική,      μερική,
               -ίσεων)                                       ολική, τέλεια
               [μτγν. ἀνακαίνι-  πλήρη  ανακαίνιση  του  σπιτιού
               σις < ἀνακαινίζω   μας.
               < ἀνὰ + καινὸς (=
               καινούργιος)]





                                                  25





       10-0102-16,5X23,5.indd   25                                                   19/11/2015   2:09:19 µµ
   21   22   23   24   25   26   27   28   29   30   31