Page 215 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 215
τρόπαιο
τρόπαιο (το) 1. πρόχειρο μνημείο νίκης, Σύνθ.: τροπαιοφόρος, τροπαι-
(Ουσιαστικό, Ο34) που στηνόταν στο πεδίο της ούχος
(τρό-παι-ο, γεν. μάχης κατά την αρχαιότη- Φράσεις: ►Οὐκ ἐᾷ με καθεύ-
-αίου, πληθ. -α) τα: ►Οι Έλληνες το 490 π.Χ. δειν τὸ τοῦ Μιλτιάδου τρόπαι-
[αρχ. τρόπαιον < ύψωσαν στον Μαραθώνα τρό- ον (= δε με αφήνει να κοιμηθώ η
τροπὴ (= καταδίω- παιο νίκης. νίκη του Μιλτιάδη)
ξη του εχθρού)] 2. σύμβολο ή σημείο νίκης:
►Υπάρχουν πολλά τρόπαια από
τους αγώνες του έθνους στο
Πολεμικό Μουσείο της Αθήνας.
τροχαίος, -α, -ο 1. που έχει σχέση με τα τρο- Οικογ. Λέξ.: τροχός, τροχιά
(Επίθετο, Ε3, άψυχα) χοφόρα οχήματα και την Προσδιοριζ.: ατύχημα, παρά-
(τρο-χαί-ος) κίνησή τους: ►Κάθε χρόνο βαση (1)
[λόγ. < αρχ. τροχὸς έχουμε, δυστυχώς, πολλά τρο-
< τρέχω] χαία ατυχήματα.
2. (θηλ. ουσ.) η υπηρεσία
της αστυνομίας που ελέγ-
χει και ρυθμίζει την κίνηση
των οχημάτων: ►Η Τροχαία
διέκοψε την κυκλοφορία, για να
πραγματοποιηθεί η μαθητική
παρέλαση της 25 Μαρτίου.
ης
τρυφερός, -ή, -ό 1. απαλός, μαλακός: ►Το Αντίθ.: σκληρός (1, 2), αναίσθη-
(Επίθετο, Ε2, έμψυχα δέρμα του προσώπου του ήταν τος (2)
και άψυχα) πολύ τρυφερό. Συνών.: αβρός (2)
(τρυ-φε-ρός) 2. (μτφ.) ευαίσθητος, στορ- Οικογ. Λέξ.: τρυφερά (επίρρ.),
[αρχ. τρυφερὸς] γικός, συναισθηματικός: τρυφερότητα, τρυφεράδα
►Οι γονείς έχουν πάντοτε έναν
τρυφερό λόγο για τα παιδιά τους.
τρώγω (τρώω) 1. (μτβ.) μασώ και καταπί- Σύνθ.: κατατρώγω
(Ρήμα) νω τροφή: ►Του αρέσει να Οικογ. Λέξ.: τρωκτικό
(ενεστ. τρώ-γω, αόρ. τρώει πολλά φρούτα. Φράσεις: ►Τρώγομαι με τα
έφαγα, παθ. αόρ. φα- 2. (μτβ.) ξοδεύω, δαπανώ ρούχα μου (= διαμαρτύρομαι,
γώθηκα, παθ. μτχ. κάτι: ►Έφαγε όλη την περιου- μεμψιμοιρώ) ►Τρώγονται σαν
φαγωμένος) σία του μέσα σ’ έναν χρόνο. τα σκυλιά (= μαλώνουν συνε-
[ελνστ. τρώγω] 3. (μτβ.) παίρνω κάτι που χώς)
214
10-0102-16,5X23,5.indd 214 19/11/2015 2:09:38 µµ

