Page 216 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 216

τύπος

                                 δε  μου  ανήκει  με  δόλο:   ►Έφαγα  τον  κόσμο  (=  έψαξα
                                 ►Τον κορόιδεψε και του έφαγε   παντού)  ►Τρώγονται  σαν  τον
                                 τα λεφτά.                   σκύλο με τη γάτα (= μαλώνουν
                                                             συνέχεια)  ►Έφαγε  τα  ψωμιά
                                                             του  (=  είναι  μεγάλος  στην  ηλι-
                                                             κία)
                                                             Παροιμ.:  ►Όποιος  ανακατεύε-
                                                             ται με τα πίτουρα, τον τρων οι
                                                             κότες  ►Το  μεγάλο  ψάρι  τρώει
                                                             το  μικρό  ►Η  πολλή  δουλειά
                                                             τρώει τον αφέντη


               τρωτός,  -ή,  -ό   1.  αυτός που είναι δυνατόν  Αντίθ.:  άτρωτος  (1,  2),  απρό-
               (Επίθετο, Ε1, έμψυχα  να πληγωθεί: ►Το μόνο τρω-  σβλητος (2)
               και άψυχα)        τό  σημείο  του  Αχιλλέα  ήταν  η   Συνών.: ευπαθής (2)
               (τρω-τός)         φτέρνα του.                 Φράσεις: ►Τρωτό σημείο (= το
               [αρχ. τρωτὸς]     2.  (μτφ.)  αυτός  που  προ-  αδύνατο σημείο)
                                 σβάλλεται  εύκολα,  ο  ευ-
                                 πρόσβλητος: ►Τα παιδιά είναι
                                 τρωτά στα διάφορα γλυκίσματα.


                τσιγκούνης (ο)   αυτός  που  έχει    μανία  να  Αντίθ.:  γενναιόδωρος,  ανοι-
                 (Ουσιαστικό, Ο9)  συγκεντρώνει υλικά αγαθά,   χτοχέρης
               (τσι-γκού-νης, γεν.   χωρίς  να  ξοδεύει  τίποτα:   Συνών.:  φιλάργυρος,  σπαγκο-
               -η,  πληθ. -ηδες)  ►Είναι  τόσο  τσιγκούνης,  που   ραμμένος,  παραδόπιστος,  εξη-
               [< τούρκ. cingene]  δεν  αγοράζει  εφημερίδα,  αλλά   νταβελόνης, σφιχτοχέρης
                                 μαζεύει  τις  διαβασμένες  που   Σύνθ.: αρχιτσιγκούνης
                                                             Οικογ.  Λέξ.:  τσιγκουνιά,  τσι-
                                 υπάρχουν στο πάρκο.         γκούνικος, τσιγκουνεύομαι



                  τύπος (ο)      1.  τα  ιδιαίτερα  χαρακτηρι-  Σύνθ.:  τυπογραφία,  τυπολα-
                (Ουσιαστικό, Ο14)  στικά  ενός  ατόμου  ή  μιας   τρία, τυποποίηση, άτυπος, έντυ-
               (τύ-πος)          ομάδας ανθρώπων ή πραγ-     πος,  πρότυπος,  παράτυπος,  τη-
               [αρχ.  τύπτος  <  τύ-  μάτων: ►Είναι ένας ευχάριστος   λέτυπο
               πτω (= χτυπώ)]    τύπος, γι’ αυτό όλοι επιδιώκουν    Οικογ. Λέξ.: τυπώνω, (εκ)τυπω-
                                                             τής,  τύπωμα,  τυπικός,  τυπικά
                                 την παρέα του.              (επίρρ.), τυπικότητα
                                 2.  το  σύνολο  των  εφημερί-  Προσδιορ.:   αντιπροσωπευτι-
                                 δων  και  των  περιοδικών,  κός,  ενδιαφέρων,  εύθυμος,  πε-
                                 καθώς  και  το  δημοσιογρα-  ρίεργος,  συμπαθής  (1),  αθηναϊ-
                                 φικό επάγγελμα: ►Αυτή η εί-  κός, αθλητικός, απογευματινός,
                                 δηση δημοσιεύτηκε σε ολόκληρο   ημερήσιος,  ξένος,  περιοδικός,
                                 τον ημερήσιο Τύπο.          πρωινός  (2),  μαθηματικός,  χη-
                                                             μικός (3)






                                                  215





       10-0102-16,5X23,5.indd   215                                                  19/11/2015   2:09:38 µµ
   211   212   213   214   215   216   217   218   219   220   221