Page 217 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 217

τυραννία

                                    3. η παράσταση που παρου-   Φράσεις:  ►Τύπος  και  υπο-
                                    σιάζει  τις  σχέσεις  μεταξύ  γραμμός  (=  για  υποδειγματική
                                    αριθμών, φυσικών στοιχεί-   συμπεριφορά)    ►Για  τους  τύ-
                                    ων  και  χημικών  ενώσεων:   πους  (=  τυπικά  και  όχι  ουσια-
                                    ►Ο  μαθηματικός  τύπος  για  το   στικά) ►Ηλεκτρονικός τύπος (=
                                    εμβαδόν  του  ορθογωνίου  είναι   το ραδιόφωνο και η τηλεόραση)
                                    β.υ. (= βάση επί ύψος).
                                    4. (γραμμ.) καθεμιά από τις
                                    διαφορετικές  μορφές  που
                                    μπορεί  να  πάρει  μια  λέξη:
                                    ►Ο συνηρημένος τύπος του ρή-
                                    ματος «τιμάω» είναι «τιμώ».
                   τυραννία (η)     1. η εξουσία του τυράννου,  Συνών.: παίδεμα, μαρτύριο (2)
                   (Ουσιαστικό, Ο19)  η  αυθαίρετη  και  καταπιε-  Οικογ.  Λέξ.:  τυραννώ,  τύραν-
                  (τυ-ραν-νί-α)     στική  διακυβέρνηση:  ►Ο    νος,  τυραννίδα,  τυραννίσκος,
                  [λόγ. < αρχ. τυραν-  λαός  της  Αθήνας  αγωνίστηκε   τυράννισμα
                  νία < τυραννῶ]    σκληρά εναντίον της τυραννίας   Προσδιορ.: αβάσταχτη, ανυπό-
                                    του Πεισίστρατου.           φορη, καταπιεστική (1, 2)
                                    2.  (μτφ.)  καταναγκασμός,
                                    καταπίεση,    ταλαιπωρία:
                                    ►Πέρασε  μια  ζωή  γεμάτη  τυ-
                                    ραννίες και βάσανα.


                     τύψη (η)       το  δυσάρεστο  συναίσθημα  Προσδιορ.:  έντονη,  βαθιά,  πα-
                   (Ουσιαστικό, Ο27)  που  δημιουργείται,  όταν  ραμικρή
                  (τύ-ψη, γεν. -ης,   κάποιος  νιώθει  ένοχος  για
                  -εως, πληθ. -εις)  κάτι:  ►Ένιωθε  τύψεις,  επειδή
                  [λόγ.  <  ελνστ.  τύ-  δεν μπόρεσε να βοηθήσει οικονο-
                  ψις < τύπτω (= χτυ-  μικά τον φίλο του.
                  πώ)]
























                                                    216





       10-0102-16,5X23,5.indd   216                                                  19/11/2015   2:09:38 µµ
   212   213   214   215   216   217   218   219   220   221   222