Page 218 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 218
ύβρις και ύβρη 1. προσβολή της τιμής ή της Συνών.: βρισιά (1)
(η) αξιοπρέπειας κάποιου με Οικογ. Λέξ.: υβρίζω, υβριστής,
(Ουσιαστικό, Ο27) λόγια ή πράξεις: ►Μερικές υβριστικός
(ύ-βρις, γεν. -εως, φορές αντί για επιχειρήματα Προσδιορ.: προσβλητική, βά-
πληθ. -εις) χρησιμοποιεί ύβρεις. ναυση, βλάσφημη (1)
[αρχ. ὕβρις] 2. (αρχαία τραγωδία) η αλα-
ζονική συμπεριφορά που
φανερώνει ασέβεια και πε-
ριφρόνηση του μέτρου και
των ορίων και οδηγεί στην
τιμωρία του ήρωα: ►Στην
αρχαία τραγωδία η ύβρις των
ηρώων τιμωρείται από τη θεά
Νέμεση.
υγεία (η) καλή και φυσιολογική κα- Αντίθ.: αρρώστια, ασθένεια
(Ουσιαστικό, Ο19) τάσταση του οργανισμού: Σύνθ.: υγειονόμος
(υ-γεί-α, γεν. -ας, ►Η μεσογειακή διατροφή συμ- Οικογ. Λέξ.: υγιής, υγιαίνω,
πληθ. - ) βάλλει στην καλή υγεία του ορ- υγιεινός, υγιεινή (η)
[μτγν. ὑγεία < αρχ. γανισμού. Φράσεις: ►Χαίρω άκρας υγείας
ὑγίεια] (= είμαι υγιέστατος) ►Εις υγεί-
αν / στην υγειά σας (= ευχή που
χρησιμοποιούμε σε πρόποση)
►Εις άλλα με υγεία (= να μας
συμβούν παρόμοια ευχάριστα
γεγονότα)
217
10-0102-16,5X23,5.indd 217 19/11/2015 2:09:39 µµ

