Page 219 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 219
υγρός
υγρός, -ή, -ό 1. που βρίσκεται σε ρευστή Σύνθ.: υγροβιότοπος
(Επίθετο, Ε1, άψυχα) κατάσταση: ►Το πετρέλαιο Οικογ. Λέξ.: υγρό, υγραίνω,
(υ-γρός) και η βενζίνη ανήκουν στα υγρά υγρασία
[λόγ. < αρχ. ὑγρὸς] καύσιμα. Φράσεις: ►(γραμμ.) Τα υγρά
2. βρεγμένος, μουσκεμένος, σύμφωνα (= το λ και το ρ)
►Υγρό πυρ (= εύφλεκτο υγρό,
νοτισμένος: ►Τα μάτια του πολεμικό όπλο των Βυζαντινών)
ήταν υγρά από τη συγκίνηση.
ύδρευση (η) τροφοδοσία μιας περιοχής Οικογ. Λέξ.: υδρεύομαι, υδρευ-
(Ουσιαστικό, Ο28) με νερό: ►Τα έργα ύδρευσης τικός
(ύ-δρευ-ση, γεν. -ης, προκαλούν κυκλοφοριακά προ-
-εύσεως, πληθ. - ) βλήματα.
[λόγ. < ελνστ.
ὕ-δρευσις]
υδρόγειος (η) 1. η γήινη σφαίρα, η Γη:
(Ουσιαστικό, Ο29) ►Ταξίδεψε σε ολόκληρη την
(υ-δρό-γει-ος) υδρόγειο.
[< ὕδωρ + γῆ] 2. σφαίρα που φέρνει στην
επιφάνειά της έναν πολιτι-
κό ή γεωφυσικό χάρτη της
Γης και χρησιμοποιείται
ως εποπτικό μέσο διδα-
σκαλίας: ►Στο μάθημα της
Γεωγραφίας οι μαθητές βρήκαν
στην υδρόγειο του σχολείου τα
κράτη της βαλκανικής χερσονή-
σου.
υιοθετώ 1. (μτβ.) αναγνωρίζω επί- Οικογ. Λέξ.: υιοθεσία, υιοθέτη-
(Ρήμα, Ρ6) σημα ξένο παιδί ως δικό ση
(ενεστ. υι-ο-θε-τώ, μου: ►Πολλοί ξένοι ηθοποιοί
αόρ. υιοθέτησα, παθ. υιοθετούν παιδιά από χώρες του
αόρ. υιοθετήθηκα, Τρίτου Κόσμου.
παθ. μτχ. υιοθετημέ-
νος) 2. (μτβ.) (μτφ.) εγκρίνω και
[μτγν. υἱοθετῶ < αποδέχομαι ξένες ενέργειες
υἱὸς + τίθημι] ή ιδέες ως δικές μου: ►Όλοι
οι καθηγητές υιοθέτησαν την
πρόταση του διευθυντή για τη
σχολική εκδρομή.
218
10-0102-16,5X23,5.indd 218 19/11/2015 2:09:39 µµ

