Page 220 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 220

υπεκφυγή

                  ύμνος (ο)      1. άσμα που ψέλνεται προς  Συνών.: εξύμνηση (3)
                (Ουσιαστικό, Ο14)  τιμή  Θεού,  ήρωα  ή  αγίου:   Σύνθ.: υμνολογώ, υμνογραφία
               (ύ-μνος,  γεν.  -ου,    ►Ο  Ακάθιστος  Ύμνος  είναι   Οικογ. Λέξ.: υμνώ, υμνητής
               πληθ. -οι)        ύμνος  με  ευχαριστίες  προς  τη   Προσδιορ.:  τρισάγιος  (1),  πα-
               [λόγ. < αρχ. ὕμνος]  Θεοτόκο.                 τριωτικός (1, 2), ομηρικός (2)
                                 2.  τραγούδι,  εγκωμιαστικό   Φράσεις:  ►Εθνικός  Ύμνος  (=
                                                             σύντομο  επίσημα  καθιερωμένο
                                 ποίημα: ►Τον «Ύμνο εις την   τραγούδι εθνικής ενότητας)
                                 Ελευθερίαν»      έγραψε  ο  Δ.
                                 Σολωμός.
                                 3.  (μτφ.)  έπαινος,  εγκώμιο:
                                 ►Η ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη
                                 αποτελεί ύμνο  για τον ήλιο και
                                 τη θάλασσα της Ελλάδας.
                  υπακούω        (μτβ.) εκτελώ την προσταγή  Αντίθ.:  απειθαρχώ
                    (Ρήμα)       ή  συμβουλή  κάποιου:  ►Οι   Συνών.: πειθαρχώ
               (ενεστ.  υ-πα-κού-ω,  στρατιώτες  υπάκουσαν  αμέσως   Οικογ. Λέξ.: υπακοή, υπάκουος
               αόρ. υπάκουσα)    στις  διαταγές  του  αξιωματικού
               [λόγ.  <  αρχ.  ὑπα-  τους.
               κούω]

                υπάλληλος (ο)    αυτός που εκτελεί μια εργα-  Σύνθ.: εμποροϋπάλληλος, εργα-
                (Ουσιαστικό, Ο16)  σία, η οποία, συνήθως, δεν   τοϋπάλληλος
               (υ-πάλ-λη-λος, γεν.   είναι  χειρωνακτική,  έχει   Οικογ. Λέξ.: υπαλληλία, υπαλ-
               -ήλου,  πληθ. -οι)  προϊστάμενο  και  αμείβεται   ληλικός, υπαλληλίκι (το)
               [αρχ. ὑπάλληλος]  με  μηνιαίο  μισθό:    ►Οι  εκ-  Προσδιορ.:  δημόσιος,  ιδιωτι-
                                 παιδευτικοί είναι υπάλληλοι του   κός, μόνιμος, ευσυνείδητος
                                 Υπουργείου  Εθνικής  Παιδείας
                                 και Θρησκευμάτων.
                 υπαναχωρώ       (αμτβ.)  επιστρέφω  σε  προ-  Αντίθ.: επιμένω
                   (Ρήμα, Ρ6)    ηγούμενη  θέση  ή  άποψη,   Συνών.:  υποχωρώ,  ανακαλώ,
               (ενεστ.  υ-πα-να-χω-  εγκαταλείποντας  κάτι  που   αποκηρύσσω
               ρώ,  αόρ.  υπαναχώ-  υποστήριζα προηγουμένως:   Οικογ. Λέξ.: υπαναχώρηση
               ρησα)             ►Έλεγε  ότι  θα  μας  βοηθήσει
               [λόγ.  <  αρχ.  ὑπα-  οικονομικά, αλλά τελικά υπανα-
               ναχωρῶ  <  ὑπὸ  +
               ἀνὰ + χωρῶ]       χώρησε.

                υπεκφυγή (η)     το να αποφεύγει κανείς με  Συνών.: διαφυγή, ελιγμός
                (Ουσιαστικό, Ο24)  επιδέξιο  τρόπο  να  κάνει  ή   Οικογ. Λέξ.: υπεκφεύγω
               (υ-πεκ-φυ-γή)     να  λέγει  κάτι:  ►Στις  δύσκο-
               [λόγ.  υπεκφυγὴ  <   λες περιπτώσεις μιλάει πάντα με
               υπεκφεύγω]        υπεκφυγές.







                                                  219





       10-0102-16,5X23,5.indd   219                                                  19/11/2015   2:09:39 µµ
   215   216   217   218   219   220   221   222   223   224   225