Page 221 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 221

υπερβάλλω

                    υπερβάλλω         (αμτβ.)  παρουσιάζω  κάτι  Συνών.: μεγαλοποιώ
                      (Ρήμα, Ρ1)    μεγαλύτερο ή σπουδαιότερο   Οικογ. Λέξ.: υπερβολή, υπερβο-
                  (ενεστ.   υ-περ-βάλ-  απ’ ό,τι είναι στην  πραγμα-  λικός
                  λω, αόρ. υπερέβαλα)  τικότητα:  ►Δεν  υπερβάλλω,   Φράσεις:   ►Υπερβάλλω  τον
                  [λόγ.  <  αρχ.  ὑπερ-  όταν λέω ότι ο Νίκος  είναι  ήδη   εαυτό μου (= ξεπερνώ τον εαυ-
                  βάλλω]            ένας  ολοκληρωμένος  επιστήμο-  τό  μου)  ►Υπερβάλλων  ζήλος,
                                    νας.                        ενθουσιασμός  κ.λπ.  (=  υπερβο-
                                                                λικός, υπέρμετρος)

                   υπέρβαση (η)     το να ξεπερνάει κάποιος τα  Συνών.: ξεπέρασμα
                   (Ουσιαστικό, Ο28)  καθορισμένα  ή  επιτρεπό-  Οικογ.  Λέξ.:  υπερβαίνω,  υπερ-
                  (υπέρ-βα-ση, γεν.   μενα όρια: ►Η υπέρβαση του   βατικός  (=  που  υπερβαίνει  την
                  -ης, -άσεως,  πληθ.  ορίου  ταχύτητας  τιμωρείται  με   ανθρώπινη φύση), υπερβατός (=
                   -άσεις)          την επιβολή προστίμου.      αυτός που μπορεί κανείς να τον
                  [αρχ. ὑπέρβασις <                             περάσει), υπερβατό (το)
                  ὑπερβαίνω]
                   υπερβολικός,     1.  που  ξεπερνάει  το  κανο-  Αντίθ.: μέτριος, ανεκτός (1)
                        -ή, -ό      νικό  και  το  συνηθισμένο:   Συνών.:  υπέρμετρος,  υπερβάλ-
                  (Επίθετο, Ε1, έμψυχα   ►Οδηγούσε με υπερβολική τα-  λων (1, 2)
                  και άψυχα)        χύτητα.                     Οικογ. Λέξ.: υπερβολή, υπερβο-
                                                                λικά (επίρρ.)
                  (υ-περ-βο-λι-κός)  2. αυτός που μεγαλοποιεί τα
                  [λόγ. ὑπερβολικὸς]  πράγματα: ►Δεν τον πιστεύω,   Προσδιοριζ.:  απαίτηση,  αξίω-
                                                                ση, ενθουσιασμός (1)
                                    γιατί είναι πάντοτε υπερβολικός
                                    στις εκτιμήσεις του.


                   υπερκόπωση       κούραση που υπερβαίνει τα  Οικογ. Λέξ.: κόπωση, κοπιαστι-
                        (η)         όρια της ανθρώπινης αντο-   κός
                   (Ουσιαστικό, Ο28)  χής:  ►Εργαζόταν  πολλές  ώρες
                  (υ-περ-κό-πω-ση,  καθημερινά  με  αποτέλεσμα  να
                  γεν.   -ης,   -ώσεως    πάθει  υπερκόπωση.
                  πληθ. - )
                  [λόγ.   ὑπερκόπω-
                  σις]
                  υπεύθυνος, -η,    1.  αυτός  που  ευθύνεται για
                         -ο         κάτι:  ►Ο  υπεύθυνος  του  ατυ-
                  (Επίθετο, Ε2, έμψυχα  χήματος  παρουσιάστηκε  μόνος
                  και άψυχα)        του στην αστυνομία.
                  (υ-πεύ-θυ-νος)    2.  αυτός  που  είναι  επι-
                  [αρχ.  ὑπεύθυνος  <  φορτισμένος  με  κάτι  και
                  ὑπὸ + εὐθύνη]     από  τον  οποίο  είναι  δυνα-
                                    τόν  να  ζητηθούν  ευθύνες:
                                    ►Οι  υπεύθυνοι  ασφαλείας  του
                                    αεροδρομίου  ελέγχουν  τους




                                                    220





       10-0102-16,5X23,5.indd   220                                                  19/11/2015   2:09:39 µµ
   216   217   218   219   220   221   222   223   224   225   226