Page 222 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 222

υπογραμμίζω

                                 επιβάτες,  πριν  αυτοί  επιβιβα-  Αντίθ.: αναίτιος (1), ανεύθυνος
                                 στούν στο αεροπλάνο.        (2, 3)
                                 3. αυτός που ενεργεί με σο-  Συνών.:  υπαίτιος,  ένοχος  (1),
                                 βαρότητα και σταθερότητα:   υπόλογος (2)
                                 ►Είναι  σοβαρός  και  υπεύθυνος   Οικογ.  Λέξ.:  υπεύθυνα  (επίρρ.),
                                                             υπευθυνότητα
                                 άνθρωπος και γι’ αυτό τον εμπι-  Προσδιοριζ.:  δήλωση,  απάντη-
                                 στεύονται όλοι.             ση (2), στάση (3)

                  ύπνος (ο)      φυσιολογική    κατάσταση  Σύνθ.:  υπνοδωμάτιο,  υπνοβά-
                (Ουσιαστικό, Ο14)  στην οποία βρίσκεται ο ορ-  της, έξυπνος, άυπνος
               (ύ-πνος, γεν. -ου,    γανισμός  κατά  περιόδους,   Οικογ. Λέξ.: υπναράς, υπνηλία,
               πληθ. - )         που  χαρακτηρίζεται  από    υπνάκος
               [αρχ. ὕπνος]      ελάττωση  της  συνείδησης   Φράσεις: ►Δε με πιάνει / κολ-
                                 και της κινητικής κατάστα-  λάει  ύπνος  (=  έχω  αϋπνίες)
                                                             ►Τον έπιασα στον ύπνο (= τον
                                 σης: ►Ήταν πολύ κουρασμένος   αιφνιδίασα)  ►Είδα  στον  ύπνο
                                 και αμέσως τον πήρε ο ύπνος.  μου (= ονειρεύτηκα)

                  υποβάλλω       1. (μτβ.) καταθέτω έγγραφο  Αντίθ.: αποσύρω (1)
                   (Ρήμα, Ρ1)    στην  αρμόδια  αρχή  ή  υπη-  Συνών.: υποχρεώνω (2)
               (ενεστ. υ-πο-βάλ-λω,  ρεσία: ►Υπέβαλαν αίτηση στον   Οικογ. Λέξ.: υποβολή, υποβλη-
               αόρ.  υπέβαλα,  παθ.   Δήμο,  για  να  γίνει  η  παιδική   τικός,  υποβολέας
               αόρ. υποβλήθηκα)  χαρά της γειτονιάς .
               [λόγ. < αρχ. ὑπο-  2.  (μτβ.)    εξαναγκάζω  κά-
               βάλλω]
                                 ποιον να υποστεί κάτι:  ►Ο
                                 γιατρός του τον υπέβαλε σε επι-
                                 πρόσθετες ιατρικές εξετάσεις.
                                 3. (μτβ.) (μεσοπαθ. + σε) υφί-
                                 σταμαι  κάτι:  ►Αναγκάστηκε
                                 να υποβληθεί σε σημαντικά έξο-
                                 δα,  για  να  σπουδάσει  τα  παιδιά
                                 του.

                υπογραμμίζω      1.  (μτβ.)  τραβώ  γραμμή  Συνών.: επισημαίνω, εξαίρω (2)
                   (Ρήμα, Ρ4)    κάτω από λέξεις ή φράσεις   Οικογ. Λέξ.: υπογράμμιση
               (ενεστ.  υ-πο-γραμ-  ενός  κειμένου:  ►Οι  μαθητές
               μί-ζω,   αόρ.   υπο-  υπογράμμισαν όλα τα ουσιαστι-
               γράμμισα, παθ. μτχ.   κά ονόματα που βρήκαν στο μά-
               υπογραμμισμένος)
               [λόγ. ὑπογραμ-    θημα της Γλώσσας.
               μί-ζω <  ὑπὸ +    2.  (μτβ.)    (μτφ.)  τονίζω
               γραμ-μὴ]          ιδιαίτερα,   δίνω   μεγάλη
                                 σημασία  σε  κάτι:  ►Όλοι
                                 οι  ομιλητές  υπογράμμισαν  ότι
                                 η σωστή διατροφή έχει μεγάλη
                                 σημασία για την υγεία.




                                                  221





       10-0102-16,5X23,5.indd   221                                                  19/11/2015   2:09:39 µµ
   217   218   219   220   221   222   223   224   225   226   227