Page 223 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 223

υποδέχομαι

                    υποδέχομαι      (μτβ.)  προϋπαντώ,  περιμέ-  Συνών.: καλωσορίζω
                      (Ρήμα, Ρ1)    νω  κάποιον  που  έρχεται   Οικογ. Λέξ.: υποδοχή
                  (ενεστ.  υ-πο-δέ-χο-  προς  εμένα  ή  φθάνει  από
                  μαι,  αόρ.  υποδέχτη-  μακριά:  ►Το  προσωπικό    του
                  κα)               σχολείου  υποδέχτηκε  τους  μα-
                  [λόγ. < αρχ. ὑποδέ-  θητές  της  Πρώτης  τάξης  με
                  χομαι]
                                    πολλή αγάπη.

                    υπόθεση (η)     1.  αυτό που κάποιος θεωρεί   Συνών.:  εικασία  (1),  ζήτημα,
                   (Ουσιαστικό, Ο28)  ως  δεδομένο  ή  πραγματι-  πρόβλημα (2), ιστορία, σενάριο
                  (υ-πό-θε-ση, γεν.   κό, για να οδηγηθεί σε κά-  (3)
                  -ης, -έσεως , πληθ.  ποιο συμπέρασμα ή πράξη:   Σύνθ.: προϋπόθεση
                   -έσεις)          ►Τηλεφώνησα  στο  σπίτι  σου,   Οικογ. Λέξ.: υποθετικός
                  [αρχ.  ὑπόθεσις  <   κάνοντας την υπόθεση ότι θα σε   Φράσεις:  ►Κέρδισα  την  υπό-
                  ὑπὸ + τίθημι (= θέ-                           θεση  (=  ευνοϊκή  απόφαση  του
                  τω)]              εύρισκα ακόμη  εκεί.        δικαστηρίου)
                                    2. το θέμα συζήτησης, έρευ-
                                    νας,  ομιλίας,  φροντίδας
                                    κ.λπ.: ►Η ειρήνη είναι υπόθεση
                                    ολόκληρης της ανθρωπότητας.
                                    3.  το  περιεχόμενο,  το  θέμα
                                    ενός  λογοτεχνικού  ή  κινη-
                                    ματογραφικού έργου: ►Μου
                                    διηγήθηκε  με  λίγα  λόγια  την
                                    υπόθεση του βιβλίου που διάβα-
                                    σε πρόσφατα.
                                    4.  (γλωσσ.)  δευτερεύουσα
                                    υποθετική  πρόταση  που
                                    αποτελεί  το  πρώτο  μέρος
                                    υποθετικού  λόγου:  ►Στον
                                    υποθετικό  λόγο  «αν  πάω  στην
                                    Αθήνα, θα επισκεφτώ  τη Βουλή
                                    των Ελλήνων», η πρόταση «αν
                                    πάω στην Αθήνα» είναι η υπό-
                                    θεση.
                    υποθήκη (η)     1.  δέσμευση  περιουσίας  Σύνθ.:  υποθηκοφύλακας,  υπο-
                   (Ουσιαστικό, Ο25)  ως  εγγύηση  για  την  εξό-  θηκοφυλακείο
                  (υ-πο-θή-κη, γεν.   φληση    χρέους:  ►Έβαλε   Οικογ.  Λέξ.:  υποθηκεύω,  υπο-
                  -ης,   πληθ. –ες)  υποθήκη το σπίτι του, για να πά-  θήκευση
                  [λόγ.  <  αρχ.  ὑπο-  ρει δάνειο από την Τράπεζα.
                  θήκη  <  ὑποτίθημι   2. (μτφ.) πολύτιμη συμβολή,
                  (= θέτω)]
                                    προτροπή:  ►Οι  συμβουλές
                                    του θα είναι για εμένα πολύτιμη
                                    υποθήκη σε όλη μου τη ζωή.




                                                    222





       10-0102-16,5X23,5.indd   222                                                  19/11/2015   2:09:39 µµ
   218   219   220   221   222   223   224   225   226   227   228