Page 224 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 224
υπολογίζω
υποκείμενο (το) 1. (γραμμ.) όρος της πρότα- Οικογ. Λέξ.: υποκειμενικός,
(Ουσιαστικό, Ο34) σης που φανερώνει αυτό υποκειμενικά (επίρρ.), υποκειμε-
(υ-πο-κεί-με-νο, γεν. για το οποίο γίνεται λόγος: νικότητα
-ένου, πληθ. -α) ►Στην πρόταση «Ο ουρανός
[λόγ. < αρχ. ὑπο- είναι γαλανός» το υποκείμενο
κεί-μενον < ὑπό- είναι «Ο ουρανός».
κειμαι] 2. πρόσωπο, άτομο (συνή-
θως υποτιμητικά): ►Δεν
κάνω παρέα με τέτοια υποκείμε-
να.
υποκινώ (μτβ.) παρακινώ, προτρέπω Αντίθ.: αποτρέπω
(Ρήμα, Ρ6) κάποιον κρυφά να κάνει Συνών.: παροτρύνω, εξωθώ
(ενεστ. υ-πο-κι-νώ, κάτι: ►Αυτοί που υποκίνησαν Οικογ. Λέξ.: υποκινητής, υπο-
αόρ. υποκίνησα, παθ. τα επεισόδια συνελήφθησαν από κίνηση
αόρ. υποκινήθηκα, την αστυνομία.
παθ. μτχ. υποκινη-
μένος)
[λόγ. < αρχ. ὑποκι-
νῶ < ὑπὸ + κινῶ]
υπολογίζω 1. (μτβ.) λογαριάζω: Σύνθ.: προϋπολογίζω
(Ρήμα, Ρ4) ►Υπολόγισε πόσο είναι το κό- Οικογ. Λέξ.: υπολογισμός, υπο-
(ενεστ. υ-πο-λο-γί- στος του πετρελαίου για τον χει- λογίσιμος, υπολογιστής, υπολο-
ζω, αόρ. υπολόγισα, μώνα. γιστικός
παθ. αόρ. υπολο- 2. (μτβ.) (μτφ.) θεωρώ κάτι
γίστηκα, παθ. μτχ.
υπολογισμένος) σπουδαίο, δίνω σημασία σε
[λόγ. < αρχ. ὑπολο- κάτι: ►Υπολογίζω στη βοήθειά
γίζομαι < ὑπὸ + λο- σου, για να αντιμετωπίσω τις δυ-
γίζομαι] σκολίες που θα συναντήσω.
3. (μτβ.) σκέφτομαι να κάνω
κάτι, σχεδιάζω: ►Το καλοκαί-
ρι υπολογίζω να κάνω διακοπές
στη Ζάκυνθο.
υπονομεύω (μτβ.) (μτφ.) ενεργώ κρυφά Οκογ. Λέξ.: υπόνομος, υπονο-
(Ρήμα, Ρ1) και με δόλο, για να βλάψω μευτής, υπονομευτικός, υπονο-
(ενεστ. υ-πο-νο- κάποιον: ►Στο Βυζάντιο οι με- μευτικά (επίρρ.), υπονόμευση
μεύ-ω, αόρ. υπο- γάλοι γαιοκτήμονες υπονόμευαν
νόμευσα, παθ. αόρ.
υπονομεύτηκα) την εξουσία του αυτοκράτορα.
[λόγ. < ελνστ. ὑπο-
νομεύω]
223
10-0102-16,5X23,5.indd 223 19/11/2015 2:09:39 µµ

