Page 27 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 27

ανακαλύπτω

                   ανακαλύπτω       1.  (μτβ.)  βρίσκω  πρώτος  Αντίθ.:  κρύβω, σκεπάζω  (2)
                     (Ρήμα, Ρ2)     και κάνω γνωστό κάτι που  Οικογ. Λέξ.: ανακάλυψη
                  (α-να-κα-λύ-πτω,   ήταν άγνωστο ως τώρα: ►Ο
                  αόρ. ανακάλυψα,   Χριστόφορος  Κολόμβος  ανακά-
                  παθ. αόρ. ανακαλύ-  λυψε την Αμερική  το 1492.
                  φθηκα)
                  [λόγ. < αρχ. ἀνα-  2. (μτβ.) φανερώνω, αποκα-
                  κα-λύπτω < ἀνὰ +   λύπτω:  ►Η αστυνομία ανακά-
                  καλύπτω]          λυψε ποιος έκλεψε το αυτοκίνη-
                                    το. ►Ανακάλυψε ότι τελικά ήταν
                                    άλλος ο ένοχος της κλοπής.

                     ανακαλώ        1.  (μτβ.)  καλώ  κάποιον  να  Συνών.: επαναφέρω (1), απoσύ-
                      (Ρήμα, Ρ6)    επιστρέψει:  ►Η  κυβέρνηση   ρω, αναιρώ (2)
                  (α-να-κα-λώ, αόρ.   ανακάλεσε  τον  πρεσβευτή  για  Οικογ. Λέξ.: ανάκληση
                  ανακάλεσα, παθ.   διαβουλεύσεις.              Φράσεις: ►Ανακαλώ στην τάξη
                  αόρ. ανακλήθηκα,                              (= επαναφέρω στην τάξη)
                  παθ. μτχ. ανακλη-  2.  (μτβ.)  ακυρώνω,  καταρ-  ►Ανακαλώ στη μνήμη (= ξανα-
                  μένος)            γώ, παίρνω κάτι πίσω:       θυμάμαι)
                  [αρχ. ἀνακαλῶ <   ►Ο κατηγορούμενος ανακάλεσε
                  ἀνὰ + καλῶ]       την πρώτη κατάθεσή του.



                  ανακοίνωση (η)    1. γνωστοποίηση μιας είδη-  Συνών. δημοσίευση (1)
                   (Ουσιαστικό, Ο28)  σης,  αναγγελία:  ►Η  ανακοί-  Οικογ. Λέξ.: ανακοινώνω, ανα-
                  (α-να-κοί-νω-ση,   νωση  των  αποτελεσμάτων  των   κοινώσιμος, ανακοινωθέν (το)
                  γεν. -ης, -ώσεως,   βουλευτικών  εκλογών  θα  αρχί-  Προσδιορ.: αποκαλυπτική,
                  πληθ.             σει αργά το βράδυ.          αυστηρή,  επίσημη,  λακωνική,
                   -ώσεις)                                      έκτακτη, επείγουσα (1), γραπτή,
                  [αρχ.  ἀνακοίνωσις   2. παρουσίαση πορισμάτων   προφορική (1, 2)
                  < ἀνακοινῶ]       επιστημονικής έρευνας:
                                    ►Στο  τελευταίο  ιατρικό  συνέ-
                                    δριο έγιναν σημαντικές επιστη-
                                    μονικές  ανακοινώσεις  για  τον
                                    διαβήτη.

                  ανακούφιση (η)    ελάφρυνση ή απαλλαγή από   Συνών.: ξαλάφρωμα
                   (Ουσιαστικό, Ο28)  σωματικό  πόνο  ή  ψυχικό   Οικογ. Λέξ.: ανακουφίζω, ανα-
                  (α-να-κού-φι-ση,   βάρος: ►Ένιωσε  μεγάλη ανα-  κουφιστικός
                  γεν. -ης, πληθ. - )  κούφιση  από  τα  καλά  αποτελέ-  Προσδιορ.: βαθιά, μεγάλη, προ-
                  [αρχ. ἀνακούφισις   σματα των ιατρικών εξετάσεων.   σωρινή, πραγματική, ψυχική
                  < ἀνὰ + κουφίζω
                  < κοῦφος (= ελα-
                  φρός)]








                                                     26





       10-0102-16,5X23,5.indd   26                                                   19/11/2015   2:09:19 µµ
   22   23   24   25   26   27   28   29   30   31   32