Page 225 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 225

υποπτεύομαι

                   υποπτεύομαι      (μτβ.)   υποψιάζομαι:   ►   Οικογ. Λέξ.: ύποπτος, υποψία
                      (Ρήμα, Ρ1)    Υποπτεύομαι  πως  δε  μου  είπε
                  (ενεστ.  υ-πο-πτεύ-ο-  όλη την αλήθεια.
                  μαι,  παθ.  αόρ.  υπο-
                  πτεύτηκα,  παθ.  μτχ.
                  ενεστ.  υποπτευόμε-
                  νος)
                  [λόγ.  <  αρχ.  ὑπο-
                  πτεύω <  ὕποπτος]

                   υποτυπώδης,      που  δεν  είναι  κανονικά  Οικογ.   Λέξ.:   υποτυπωδώς
                      -ης, -ες      αναπτυγμένος  ή  εξελιγμέ-  (επίρρ.)
                   (Επίθετο, άψυχα)  νος: ►Μπορείς να κάνεις πειρά-  Προσδιοριζ.: κατάσταση
                  (υ-πο-τυ-πώ-δης,   ματα φυσικής και σε υποτυπώδη
                  γεν. -ους, -ους, -ους,   εργαστήρια,  αρκεί  να  έχεις  κά-
                  πληθ. -εις, -εις, -η)  ποια απλά πράγματα, όπως πλα-
                  [λόγ. < αρχ. ὑποτυ-
                  πώδης < ὑποτυπῶ]  στελίνη, σόδα κ.λπ.
                  υποχθόνιος, -α,   1.  που  βρίσκεται  ή  γίνεται  Συνών.: καταχθόνιος
                         -ο         κάτω  από  τη  γη,  υπόγει-  Οικογ. Λέξ.: υποχθόνια (επίρρ.),
                  (Επίθετο, Ε4, έμψυχα  ος: ►Πριν από την έκρηξη του   υποχθονίως (επίρρ.)
                  και άψυχα)        ηφαιστείου ακούστηκαν υποχθό-
                  (υ-πο-χθό-νι-ος)  νιοι κρότοι.
                  [λόγ. < αρχ. ὑπο-  2.  (μτφ.)  ύπουλος,  σκοτει-
                  χθόνιος < ὑπὸ +   νός,  δόλιος:  ►Στο  παραμύθι
                  χθόνιος < χθὼν,
                  -ὸς (= γη)]       υπάρχει ένας υποχθόνιος μάγος,
                                    που  προσπαθεί  να  βάλει  τους
                                    άλλους  να  του  κάνουν  όλες  τις
                                    δουλειές.

                  υποχρέωση (η)     1. το να κάνει κάποιος κάτι  Οικογ. Λέξ.: υπόχρεος, υποχρε-
                   (Ουσιαστικό, Ο28)  από  καθήκον  ή  ηθική  δέ-  ώνω, υποχρεωτικός, υποχρεωτι-
                  (υ-πο-χρέ-ω-ση, γεν.  σμευση: ►Ένιωθε την υποχρέ-  κά (επίρρ.)
                  -ης, -ώσεως,  πληθ.   ωση να φροντίσει τους ηλικιω-  Προσδιορ.: αμοιβαία, ηθική (1,
                  -ώσεις)                                       2),  νομική,  οικονομική,  ανει-
                  [λόγ. ὑποχρέωσις    μένους γονείς του.        λημμένη, οικογενειακές (οι) (1)
                  < ὑποχρεώνω]      2.  ευγνωμοσύνη:  ►Με  βο-  Φράσεις:  ►Από  υποχρέωση  (=
                                    ήθησε  οικονομικά  σε  δύσκολες  χωρίς  πραγματικά  να  το  θέλω)
                                    στιγμές  και  του  έχω  μεγάλη   ►Έχω υποχρεώσεις (= έχω ευθύ-
                                    υποχρέωση.                  νες απέναντι στα μέλη της οικο-
                                                                γένειάς μου)









                                                    224





       10-0102-16,5X23,5.indd   224                                                  19/11/2015   2:09:39 µµ
   220   221   222   223   224   225   226   227   228   229   230