Page 226 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 226

ύφος

                  υποχωρώ        1.   (αμτβ.)   μετακινούμαι  Αντίθ.: προχωρώ (1), εμμένω (4)
                   (Ρήμα, Ρ6)    προς τα πίσω, οπισθοχωρώ:   Συνών.:  καταρρέω (2)
               (ενεστ.  υ-πο-χω-ρώ,    ►Οι  ορειβάτες  αναγκάστηκαν   Οικογ.  Λέξ.:  υποχώρηση,  υπο-
               αόρ. υποχώρησα)   να υποχωρήσουν, επειδή επικρα-  χωρητικός
               [αρχ.   ὑποχωρῶ   τούσε σφοδρή χιονοθύελλα.
               <  ὑπὸ  +  χωρῶ  <   2.  (αμτβ.)  παθαίνω  καθίζη-
               χῶρος]
                                 ση,  βουλιάζω:  ►Το  έδαφος
                                 υποχώρησε  από  το  βάρος  του
                                 φορτηγού.
                                 3.  (αμτβ.)  εξασθενώ,  μειώ-
                                 νομαι:  ►Ο  πυρετός  άρχισε  να
                                 υποχωρεί μετά τη φαρμακευτική
                                 αγωγή που ακολούθησα.
                                 4. (αμτβ.) δεν επιμένω, συμ-
                                 φωνώ με τη γνώμη του άλ-
                                 λου, συμβιβάζομαι: ►Ύστερα
                                 από  πολλές  συζητήσεις  υποχώ-
                                 ρησε  και  δέχτηκε  τις  απόψεις
                                 της άλλης πλευράς.





                  ύφαλος (ο)     βράχος του βυθού που φτά-   Σύνθ.:  υφαλοκρηπίδα,  υφαλο-
                (Ουσιαστικό, Ο16)  νει  ως  την  επιφάνεια  της   δείκτης
               (ύ-φα-λος)        θάλασσας ή μόλις καλύπτε-   Φράσεις: ►Τα ύφαλα (= το μέ-
               [λόγ.  <  αρχ.  ὕφα-  ται από το νερό: ►Οι ύφαλοι   ρος  του  πλοίου  που  βρίσκεται
               λος <  ὑπὸ + ἃλς]  αποτελούν  μεγάλο  κίνδυνο  για   κάτω από την επιφάνεια της θά-
                                 τα πλοία.                   λασσας)

                  ύφος (το)      1. ο προσωπικός τρόπος με  Συνών.: έκφραση, στιλ (1)
                (Ουσιαστικό, Ο37)  τον  οποίο  διατυπώνει  κά-  Σύνθ.: υφολογία
               (ύ-φος,  γεν.  -ους,   ποιος γραπτά ή προφορικά   Οικογ. Λέξ.: υφαίνω
               πληθ. - )         τις  σκέψεις  του:  ►Κάθε  λο-  Προσδιορ.:  ανεπιτήδευτο,  λιτό,
               [αρχ. ὕφος]       γοτέχνης έχει το δικό του ύφος   κομψό,  ρητορικό,  ποιητικό  (1),
                                 στον τρόπο που γράφει.      υπεροπτικό (2)
                                 2.  η  ψυχική  διάθεση  κά-
                                 ποιου που φανερώνεται στα
                                 χαρακτηριστικά  του  προ-
                                 σώπου του: ► Ετοιμαζόταν για
                                 τις  καλοκαιρινές  διακοπές  και
                                 είχε πάρει ένα χαρούμενο ύφος.







                                                  225





       10-0102-16,5X23,5.indd   225                                                  19/11/2015   2:09:39 µµ
   221   222   223   224   225   226   227   228   229   230   231