Page 227 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 227

ύψος

                     ύψος (το)      1.  η  κατακόρυφη  απόστα-  Συνών.: ανάστημα (1)
                   (Ουσιαστικό, Ο37)  ση  από  τη  βάση  ενός  σώ-  Σύνθ.: υψόμετρο, υψομετρικός
                  (ύ-ψος,  γεν.  -ους,   ματος  μέχρι  την  κορυφή:   Οικογ.  Λέξ.:  υψώνω,  ύψωμα,
                  πληθ. -η)         ►Το  Λαογραφικό  Μουσείο  της   ύψωση
                  [αρχ. ὕψος]       Κοζάνης  είναι  ένα  καλαίσθητο   Φράσεις:  ►Στέκομαι στο ύψος
                                    κτίριο με μεγάλο ύψος.      μου  (=  ανταποκρίνομαι  στις
                                                                απαιτήσεις) ►Στάθηκε στο ύψος
                                    2. (γεωμ.) το μήκος της κα-  των  περιστάσεων  (=  αντιμετώ-
                                    θέτου από την κορυφή ενός   πισε την κατάσταση με τον κα-
                                    γεωμετρικού  σχήματος  ως  τάλληλο τρόπο) ►Ή του ύψους
                                    τη  βάση  του:  ►Σε  πολλές  ή  του  βάθους  (=  για  περιπτώ-
                                    ασκήσεις  Μαθηματικών πρέπει   σεις  που  χαρακτηρίζονται  από
                                    να βρούμε το ύψος ενός τριγώ-  αστάθεια)
                                    νου.

















































                                                    226





       10-0102-16,5X23,5.indd   226                                                  19/11/2015   2:09:39 µµ
   222   223   224   225   226   227   228   229   230   231   232