Page 228 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 228
φαίνομαι 1. (αμτβ.) διακρίνομαι, γί- Αντίθ.: εξαφανίζομαι (2)
(Ρήμα, Ρ1) νομαι ορατός: ►Στην κορυφή Συνών.: εμφανίζομαι (1, 2), νο-
(ενεστ. φαί-νο-μαι, του βουνού φαινόταν μια μικρή μίζομαι (3), εικάζεται (4)
παθ. αόρ. φάνηκα) εκκλησία. Σύνθ.: ξαναφαίνομαι, διαφαί-
[αρχ. φαίνω, -ομαι] 2. (αμτβ.) παρουσιάζομαι: νεται
►Ο φίλος μου δε φαίνεται πια Οικογ. Λέξ.: φαινόμενο, φαινο-
μενικός, φάση, φάσμα, φανερός
από τα μέρη μας, γιατί μένει σε Παροιμ.: ►Η καλή μέρα απ’ το
άλλη γειτονιά. πρωί φαίνεται
3. (αμτβ.) δίνω την εντύπω-
ση, θεωρούμαι: ►Αυτός ο
μαθητής φαίνεται πολύ έξυπνος.
4. (μτβ.) (απρόσ.) είναι πι-
θανό: ►Με το κρύο που κάνει,
φαίνεται πως μπορεί να χιονί-
σει.
φαινόμενο (το) 1. καθετί που συμβαίνει Σύνθ.: υποφαινόμενος, φαινο-
(Ουσιαστικό, Ο34) στη φύση και τη ζωή και το μενοκρατία
(φαι-νό-με-νο, γεν. αντιλαμβανόμαστε με τις Οικογ. Λέξ.: φαίνομαι, φαινο-
-ένου, πληθ. -α) αισθήσεις: ►Η βροχή είναι μενικός, φαινομενικά (επίρρ.)
[λόγ. < αρχ. φαινό- ένα συνηθισμένο μετεωρολογικό Προσδιορ.: απλό, συνηθισμένο
μενον] φαινόμενο. (1), σύνθετο, πολύπλοκο, ασυ-
νήθιστο, σπάνιο, κοινωνικό (1,
2. το ασυνήθιστο, το πρω- 2)
τοφανές, το καταπληκτικό: Φράσεις: ►Κατά τα φαινόμενα
►Αυτός ο νεαρός πιανίστας απο- (= πιθανότατα)
τελεί πραγματικό φαινόμενο.
227
10-0102-16,5X23,5.indd 227 19/11/2015 2:09:39 µµ

