Page 229 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 229

φανερώνω

                    φανερώνω        1. (μτβ.)  εμφανίζω, δείχνω:  Αντίθ.: εξαφανίζω (1), αποκρύ-
                      (Ρήμα, Ρ1)    ►Άνοιξε ένα μικρό κουτί και του   πτω (2)
                  (ενεστ.   φα-νε-ρώ-  φανέρωσε ένα ασημικό που είχε   Συνών.: παρουσιάζω (1)
                  νω,  αόρ. φανέρωσα,   αγοράσει για τα γενέθλιά του.  Οικογ.  Λέξ.:  φανερός,  φανερά
                  παθ. αόρ. φανερώθη-  2.  (μτβ.)  δηλώνω,  αποκα-  (επίρρ.),  φανέρωση,  φανέρωμα,
                  κα,  παθ.  μτχ.  φανε-                        Φανερωμένη  (=  προσωνυμία
                  ρωμένος)          λύπτω,  σημαίνω:  ►Τα  λόγια   Παναγίας, ονομασία ναών, μο-
                  [μσν.  φανερώνω  <   του φανερώνουν πως είναι ένας   νών)
                  αρχ. φανερῶ < φα-  υπεύθυνος  άνθρωπος.
                  νερὸς]
                   φανταστικός,     1.  αυτός  που  δεν  υπάρχει  Αντίθ.: πραγματικός, υπαρκτός
                       -ή, -ό       στην πραγματικότητα αλλά    (1)
                  (Επίθετο, Ε1, έμψυχα  στη  φαντασία,  υποθετικός:   Συνών.:  πλασματικός (1)
                  και άψυχα)        ►Οι  ήρωες  του  λογοτεχνικού   Οικογ.  Λέξ.:  φαντάζομαι,  φα-
                                                                νταστικά (επίρρ.)
                  (φα-ντα-στι-κός)  έργου  είναι  φανταστικά  πρόσω-
                  [αρχ.  φανταστικὸς   πα.                      Προσδιοριζ.: ταξίδι, τιμή (3)
                  <    φανταστὸς  <   2. (μτφ.) εξαιρετικός, κατα-
                  φαντάζω  <  φαίνω   πληκτικός,  απίθανος:  ►Για
                  (= φέρνω στο φως,
                  φανερώνω)]        να  επισκεφτείς  το  Σούλι,  ακο-
                                    λουθείς μια φανταστική διαδρο-
                                    μή.
                   φάρμακο (το)     1. κάθε ουσία που χρησιμο-  Σύνθ.:  φαρμακοποιός,  φαρμα-
                   (Ουσιαστικό, Ο34)  ποιείται για την πρόληψη ή   κολογία,  ποντικοφάρμακο
                  (φάρ-μα-κο, γεν.   τη θεραπεία μιας ασθένειας:   Οικογ.  Λέξ.:  φαρμάκι,  φαρμα-
                  -άκου,  πληθ. -α)  ►Παίρνει  φάρμακα,  για  να  του   κείο, φαρμακερός, φαρμακώνω,
                  [λόγ.  <  αρχ.  φάρ-  πέσει ο πυρετός.        φαρμακευτικός,  φαρμακευτική
                  μακον (= θεραπευ-  2. (μτφ.) καθετί που μπορεί   (η)
                  τικό βότανο)]                                 Προσδιορ.:  αντιπυρετικό,  επι-
                                    να προλάβει ή να θεραπεύ-   κίνδυνο, θαυματουργό (1), απο-
                                    σει  μια  δυσάρεστη  κατά-  τελεσματικό (1, 2)
                                    σταση:  ►Η  στοργή  είναι  το
                                    καλύτερο φάρμακο για τα γηρα-
                                    τειά.
                  φαύλος, -η, -ο    αυτός που δε  διαθέτει ήθος,  Αντίθ.: ηθικός, χρηστός
                  (Επίθετο,  Ε4,  έμψυ-  ο  διεφθαρμένος:  ►Στα  πα-  Συνών.: αχρείος, ανήθικος
                  χα)               ραμύθια συνήθως οι φαύλοι τι-  Σύνθ.: φαυλοκρατία
                  (φαύ-λος)         μωρούνται για τις κακές πράξεις   Οικογ.  Λέξ.:  φαύλα  (επίρρ.),
                  [λόγ.  <  αρχ.  φαῦ-  που κάνουν.             φαυλότητα
                  λος < φλαῦλος]                                Φράσεις:  ►Φαύλος  κύκλος  (=
                                                                για αδιέξοδη κατάσταση)









                                                    228





       10-0102-16,5X23,5.indd   228                                                  19/11/2015   2:09:40 µµ
   224   225   226   227   228   229   230   231   232   233   234