Page 230 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 230

φέρνω

                    φέγγω        1.  (μτβ.)  ρίχνω  φως  σε  κά-  Σύνθ.: φεγγοβολώ
                   (Ρήμα, Ρ3)    ποιον  ή  κάτι:  ►Φέξε  μου  με   Οικογ. Λέξ.: φέξη, φέξιμο
               (ενεστ.  φέγ-γω,  αόρ.  τον φακό, γιατί έχει πυκνό σκο-  Φράσεις:  ►Μου  ‘φεξε  (=  για
               έφεξα)            τάδι.                       κάτι  ανέλπιστα  καλό)  ►Φέξε
               [αρχ. φέγγω]      2. (αμτβ.) εκπέμπω φως, εί-  μου και γλίστρησα (= για βοή-
                                 μαι  φωτεινός:  ►Το  φεγγάρι   θεια που δεν προσφέρεται στην
                                                             ώρα της)
                                 φέγγει ολόγιομο στον ουρανό.
                                 3.  (μτβ.)  (μτφ.)  αδυνατίζω
                                 υπερβολικά: ►Έφεξε από την
                                 πείνα και δεν του κάνουν τα ρού-
                                 χα.
                                 4.  (αμτβ.)  (απρόσ.)  ξημερώ-
                                 νει, γλυκοχαράζει:
                                 ► Ξεκινούν  καθημερινά  για  τη
                                 δουλειά, δυο ώρες προτού να φέ-
                                 ξει.



                  φειδώ (η)      μετρημένη      κατανάλω-    Αντίθ.: σπατάλη
                  (Ουσιαστικό)   ση,  αποφυγή  σπατάλης:     Συνών.: οικονομία
               (φει-δώ, γεν. -ούς,    ►Διαχειρίζεται τα χρήματά του   Οικογ.  Λέξ.:  φείδομαι,  φειδω-
               πληθ. - )         με μεγάλη φειδώ.            λός
               [λόγ.  <  αρχ.  φειδὼ
               < φείδομαι (= κάνω
               οικονομία σε κάτι)]

                   φέρνω         1.  (μτβ.)  παίρνω  κάτι  από  Συνών.: κομίζω (1), επιφέρω (5)
                   (Ρήμα, Ρ1)    ένα  μέρος  και  το  πηγαίνω   Σύνθ.: αναφέρω, μεταφέρω, δια-
               (ενεστ. φέρ-νω,  αόρ.  σε άλλο, μεταφέρω, κουβα-  φέρω, προφέρω, λογοφέρνω
               έφερα, παθ. αόρ. φέρ-  λώ:  ►Φέρε μου, σε παρακαλώ,   Οικογ.  Λέξ.:  φέρσιμο,  φόρος,
               θηκα, παθ. μτχ. φερ-  το λεξικό από τη βιβλιοθήκη.  φορείο,  φορέας,  φορητός,  φόρ-
               μένος)                                        τος
               [μεσν. < αρχ. φέρω]  2.  (μτβ.)  εισάγω  κάτι  από   Φράσεις:  ►Φέρνω  τον  κατα-
                                 άλλον  τόπο:  ►Έφεραν  καφέ   κλυσμό  (=  βλέπω  τα  πράγμα-
                                 από τη μακρινή Βραζιλία.    τα  με  απαισιοδοξία)  ►Φέρνω
                                 3.  (μτβ.)  οδηγώ  κάποιον  ή  κάτι  στο  φως  (=  αποκαλύπτω)
                                 κάτι κάπου: ►Μας έφερε στο   ►Φέρνω στον κόσμο (= γεννώ)
                                 κέντρο της πόλης από έναν πιο   ►Τα φέρνω βόλτα (= τα βγάζω
                                 σύντομο  δρόμο.             πέρα  οικονομικά)  ►Μου  την
                                 4.  (μτβ.)  προβάλλω,  διατυ-  έφερε (= με εξαπάτησε)
                                 πώνω:  ►Σε  κάθε  συζήτηση
                                 φέρνει  αντιρρήσεις.






                                                  229





       10-0102-16,5X23,5.indd   229                                                  19/11/2015   2:09:40 µµ
   225   226   227   228   229   230   231   232   233   234   235