Page 231 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 231

φήμη

                                    5.   (μτβ.)  αποφέρω,  αποδί-  ►Φέρνω  κάποιον  στο  αμήν  (=
                                    δω: ►Η εργασία αυτή του έφερε  εξαντλώ την υπομονή του)
                                    πολλά κέρδη.                Παροιμ.:  ►Όσα  φέρνει  η  ώρα,
                                    6. (αμτβ.) (μέσ.) συμπεριφέ-  δεν τα φέρνει ο χρόνος
                                    ρομαι:  ►Ο  Γιάννης  φέρεται
                                    πάντοτε  με  σεβασμό  προς  τους
                                    ηλικιωμένους.
                     φήμη (η)       1.  ανεπιβεβαίωτη  πληρο-   Συνών.: διάδοση (1), υπόληψη,
                   (Ουσιαστικό, Ο25)  φορία  από  άγνωστη  πηγή  εκτίμηση (2), δόξα, αίγλη (3)
                  (φή-μη)           που  διαδίδεται  από  στόμα   Σύνθ.: φημολογία, περίφημος
                  [λόγ. < αρχ. φήμη]  σε στόμα: ►Διαδόθηκε η φήμη   Οικογ.  Λέξ.:  φημίζομαι,  φημο-
                                    ότι θα έχουμε βαρύ χειμώνα.  λογούμαι
                                    2.  η  καλή  ή  κακή  γνώμη   Προσδιορ.:  ανεξακρίβωτη  (1),
                                                                υπερβολική, ανυπόστατη (1, 2)
                                    για  κάποιον  ή  κάτι:  ►Αυτό
                                    το  εστιατόριο  έχει  πολύ  καλή
                                    φήμη.
                                    3. το να είναι κανείς ονομα-
                                    στός, διάσημος:  ►Είναι ηθο-
                                    ποιός παγκόσμιας φήμης.

                    φθόγγος (ο)     1.  (γραμμ.)  οι  απλές  φωνές  Οικογ.  Λέξ.:  φθογγικός,  φθογ-
                   (Ουσιαστικό, Ο14)  που  παράγονται  από  τα   γολογικός
                  (φθόγ-γος)        φωνητικά όργανα και σχη-    Προσδιορ.: συμφωνικός, φωνη-
                  [αρχ. φθόγγος     ματίζουν τις λέξεις:  ►Η ελ-  εντικός (1)
                  < φθέγγομαι (=    ληνική γλώσσα έχει είκοσι πέντε
                  αρθρώνω ομιλία,   φθόγγους.
                  προφέρω φθόγ-     2. μουσικός ήχος, νότα: ►Οι
                  γους)]            μουσικοί φθόγγοι είναι επτά.

                    φθόνος (ο)      η  ζήλια    που  αισθάνεται  Συνών.: ζήλια, ζηλοφθονία
                   (Ουσιαστικό, Ο14)  κανείς για την ευτυχία του  Οικογ. Λέξ.: φθονώ, φθονερός
                  (φθό-νος,  γεν.  -ου,  άλλου: ►Οι επιτυχίες του προ-  Προσδιορ.:   αδικαιολόγητος,
                  πληθ. - )         κάλεσαν  μεγάλο  φθόνο  στους   παθολογικός
                  [λόγ.  <  αρχ.  φθό-  γνωστούς του.
                  νος]
                   φιλοξενία (η)    υποδοχή  και  περιποίηση  Οικογ. Λέξ.: φιλόξενος, φιλοξε-
                   (Ουσιαστικό, Ο19)  επισκεπτών  ή  ξένων  στο  νώ
                  (φι-λο-ξε-νί-α)   σπίτι  ή  τον  τόπο  μας  αντί-  Προσδιορ.: ελληνική, πατροπα-
                  [λόγ.  <  αρχ.  φιλο-  στοιχα:  ►Πέρυσι  επισκεφτή-  ράδοτη
                  ξενία < φίλος + ξέ-  καμε  τους  συγγενείς  μας  στην
                  νος]              Έδεσσα και η φιλοξενία τους θα
                                    μας μείνει αξέχαστη.







                                                    230





       10-0102-16,5X23,5.indd   230                                                  19/11/2015   2:09:40 µµ
   226   227   228   229   230   231   232   233   234   235   236