Page 232 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 232

φορά

                  φίλος (ο)      1.  πρόσωπο  με  το  οποίο  Αντίθ.:  εχθρός (1)
               (Ουσιαστικό, Ο14),   συνδέεται  κανείς  με  αμοι-  Συνθ.:  φίλαθλος,  φιλαναγνώ-
               (φί-λος, γεν. -ου,   βαία  συμπάθεια,  εκτίμηση   στης,  φιλανθρωπία,  φιλειρηνι-
               πληθ. -οι)        και  αγάπη:  ►Είμαστε  φίλοι   κός, φιλόξενος,φιλόπονος
               [λόγ. < αρχ. φίλος]  από τα παιδικά μας χρόνια.  Οικογ. Λέξ.: φιλώ, φιλία, φιλι-
                                 2.  αυτός  που  του  αρέσει   κός
                                                             Φράσεις: ► Ο καλός φίλος στην
                                 κάτι  ιδιαίτερα:  ►Είναι  γνω-  ανάγκη  φαίνεται  (=  συμπαρά-
                                 στός  φίλος  του  θεάτρου  και  γι’  σταση,  βοήθεια  στις  δύσκολες
                                 αυτό παρακολουθεί όλες τις πα-  στιγμές)  ►  Οι  καλοί  λογαρια-
                                 ραστάσεις.                  σμοί  κάνουν  τους  καλούς  φί-
                                                             λους  (=  η  αμοιβαία  συνέπεια
                                                             διατηρεί τις φιλικές σχέσεις)
                                                             Προσδιορ.:  στενός,  αδερφικός,
                                                             πιστός,  επιστήθιος,  καρδιακός,
                                                             παιδικός, οικογενειακός (1)

                φιλότιμος, -η,   1. αυτός που έχει έντονο το  Αντίθ.:  αναίσθητος (1), ασυνεί-
                      -ο         αίσθημα τιμής και αξιοπρέ-  δητος (1, 2)
               (Επίθετο, Ε2, έμψυ-  πειας:  ►Ήταν  ένας  ιδιαίτερα   Συνών.:  εύθικτος  (1),  ευαίσθη-
               χα)               φιλότιμος  προπονητής,  ώστε   τος, ευσυνείδητος (2)
               (φι-λό-τι-μος)    παραιτήθηκε  αμέσως  μετά  τη   Οικογ.  Λέξ.:  φιλότιμο  (το),  φι-
               [λόγ. < αρχ. φιλό-  βαριά ήττα της ομάδας του.  λότιμα (επίρρ.), φιλοτιμία, φιλο-
               τιμος]            2.  αυτός  που  εκτελεί  με    τιμούμαι
                                 προθυμία και ευσυνειδησία
                                 τα  καθήκοντα  και  την  ερ-
                                 γασία  του:  ►Βελτιώθηκε  στα
                                 Μαθηματικά χάρη στις δικές του
                                 φιλότιμες προσπάθειες.

                   φορά (η)      1.  κατεύθυνση  προς  την  Συνών.: πορεία, εξέλιξη (1)
                (Ουσιαστικό, Ο18)  οποία   κινείται   κάτι:   Σύνθ.: επαναφορά
               (φο-ρά)           ►Σήμερα  ο  άνεμος  έχει  φορά   Οικογ. Λέξ.: φέρω, φέρομαι
               [λόγ. < αρχ.  φορὰ   από βορρά προς νότο.     Φράσεις:  ►Μια  φορά  κι  έναν
               < αρχ. φέρω]      2. η χρονική στιγμή, η περί-  καιρό (= κάποτε) ►Η φορά των
                                 οδος: ►Οι δυο μας έχουμε συ-  πραγμάτων (= ο τρόπος που εξε-
                                                             λίσσεται η κατάσταση)
                                 ναντηθεί άλλες τρεις φορές.
















                                                  231





       10-0102-16,5X23,5.indd   231                                                  19/11/2015   2:09:40 µµ
   227   228   229   230   231   232   233   234   235   236   237