Page 233 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 233

φόρος

                     φόρος (ο)      το χρηματικό ποσό που κα-   Συνών.: δασμός, φορολογία
                   (Ουσιαστικό, Ο14)  ταβάλλουν  οι  φορολογού-  Σύνθ.:  φορολογώ,  φορολογία,
                  (φό-ρος)          μενοι  στο  κράτος  ή  στους   φοροδιαφυγή,  φοροαπαλλαγή,
                  [λόγ. < αρχ. φόρος   δήμους  που  ανήκουν:  ►Οι   φοροφυγάς
                  < φέρω]           πολίτες  με  μικρά  εισοδήματα    Οικογ. Λέξ.: φέρω, φορά
                                    πληρώνουν  λιγότερους  φόρους   Προσδιορ.:  άμεσος,  έμμεσος,
                                                                δημοτικός
                                    στο κράτος.                 Φράσεις:  ►Φόρος  τιμής  (=  το
                                                                να  τιμήσουμε  κάποιον  για  μια
                                                                σπουδαία  πράξη)  ►Φόρος  αί-
                                                                ματος  (=  θάνατος  πολλών  αν-
                                                                θρώπων)
                     φορτώνω        1. (μτβ.) βάζω φορτίο σε κά-  Αντίθ.: ξεφορτώνω (1)
                      (Ρήμα, Ρ1)    ποιον ή σε κάτι για μεταφο-  Σύνθ.: ξεφορτώνω, παραφορτώ-
                  (ενεστ.  φορ-τώ-νω,   ρά:  ►Φορτώσαμε  τα  πράγματα   νω, εκφορτώνω
                  αόρ.  φόρτωσα,  παθ.   στο  αυτοκίνητο  και  τα  μεταφέ-  Οικογ.  Λέξ.:  φορτίο,  φορτικός,
                  αόρ.   φορτώθηκα,   ραμε στο καινούργιο σπίτι.  φόρτωμα,  φόρτωση,  φορτωτής,
                  παθ.  μτχ.  φορτωμέ-  2.  (μτβ.)  (μτφ.)  αναθέτω  σε   φορτικά (επίρρ.)
                  νος)                                          Φράσεις:  ►Τα  φόρτωσε  στον
                  [μεσν.  φορτώνω  <   κάποιον  κοπιαστικό  ή  δυ-  κόκορα  (=  εγκατέλειψε  κάθε
                  αρχ. φορτῶ < φόρ-  σάρεστο  έργο:  ►Του  φόρτω-  προσπάθεια)
                  τος]              σαν όλες τις δύσκολες δουλειές.
                                    3. (μτβ.) (μέσ., μτφ.) γίνομαι
                                    βάρος ή ενοχλητικός σε κά-
                                    ποιον:  ►Μου  φορτώθηκε,  για
                                    να πάμε μαζί διακοπές.
                    φουσκώνω        1. (μτβ.) φυσώ σε κάτι αέρα,  Αντίθ.: ξεφουσκώνω (1)
                      (Ρήμα, Ρ1)    ώστε  να  αυξηθεί  σε  όγκο:   Σύνθ.: παραφουσκώνω
                  (ενεστ.  φου-σκώ-νω,    ►Φούσκωσε τα λάστιχα του αυ-  Οικογ.  Λέξ.:  φούσκα,  φούσκω-
                  αόρ. φούσκωσα, παθ.   τοκινήτου, προτού ξεκινήσει για   μα, φουσκωτός, φουσκάλα
                  αόρ.  φουσκώθηκα,   το ταξίδι.                Φράσεις: ►Φούσκωσαν τα μυα-
                  παθ.  μτχ.  φουσκω-                           λά του (= έχει μεγάλη ιδέα για
                  μένος)            2. (αμτβ.) διογκώνομαι, πρή-  τον εαυτό του) ►Τα φουσκώνω
                  [μεσν. φουσκώνω   ζομαι:                      (=παρουσιάζω  τα  πράγματα
                  < φοῦσκα]         ►Φούσκωσε το στομάχι του από  υπερβολικά)
                                    το πολύ φαγητό.
                                    3.  (αμτβ.)  λαχανιάζω,  ανα-
                                    πνέω με δυσκολία:
                                    ►Φούσκωσε  την  ώρα  που  ανέ-
                                    βαινε στο βουνό.












                                                    232





       10-0102-16,5X23,5.indd   232                                                  19/11/2015   2:09:40 µµ
   228   229   230   231   232   233   234   235   236   237   238