Page 234 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 234
φτάνω
φράση (η) (γραμμ.) σύνολο λέξεων ή Σύνθ.: έκφραση, φρασεολογία
(Ουσιαστικό, Ο27) και μόνο μία λέξη με πλή- Οικογ. Λέξ.: φραστικός, φρα-
(φρά-ση, γεν. ρες νόημα που αποτελούν στικά (επίρρ.)
-ης, -εως πληθ. -εις) τμήμα μιας πρότασης ή μια Προσδιορ.: ονοματική, ρηματι-
[λόγ. < αρχ. φρά- ολόκληρη πρόταση: ►Η κή, παροιμιώδης, ακατονόμα-
σις] γνωστή φράση «Μολών λαβέ» στη, χυδαία
αποδίδεται στον Λεωνίδα της
Σπάρτης.
φρόνηση (η) η ορθή σκέψη, η σύνεση, η Σύνθ.: καταφρόνηση, περιφρό-
(Ουσιαστικό, Ο28) φρονιμάδα: ►Αντιμετώπισε νηση
(φρό-νη-ση, γεν. με φρόνηση τις οικονομικές δυ- Οικογ. Λέξ.: φρονώ, φρόνημα,
-ης, -ήσεως, πληθ. σκολίες και κατόρθωσε να σώσει φρόνιμος, φρονιμάδα
- ) την επιχείρησή του.
[αρχ. φρόνησις <
φρονῶ]
φροντίζω 1. (μτβ.) δείχνω ενδιαφέ- Αντίθ.: αμελώ (1)
(Ρήμα, Ρ1) ρον για κάτι, νοιάζομαι: Συνών.: ενδιαφέρομαι, μεριμνώ
(ενεστ. φρο-ντί-ζω, ►Φροντίζει για τη μόρφωση (1)
αόρ. φρόντισα, παθ. των παιδιών του. Οικογ. Λέξ.: φροντιστής, φρο-
μτχ. φροντισμένος) 2. (μτβ.) καταβάλλω προ- ντιστήριο
[αρχ. φροντίζω < σπάθεια να ρυθμίσω κάτι,
φροντὶς]
επιδιώκω: ►Φροντίζει να εί-
ναι πάντοτε συνεπής στις υπο-
χρεώσεις του.
3. (μτβ.) περιποιούμαι κάτι:
►Καθημερινά φροντίζει τα λου-
λούδια της αυλής του.
φτάνω και 1. (αμτβ.) καταλήγω εκεί Αντίθ.: φεύγω, αναχωρώ (1)
φθάνω όπου πήγαινα, βρίσκο- Συνών.: κοντεύω (2), αρκώ,
(Ρήμα, Ρ1) μαι στον προορισμό μου: επαρκώ (5)
(ενεστ. φτά-νω, αόρ. ►Ύστερα από δυο ώρες ταξίδι Σύνθ.: καταφτάνω, προφτάνω
έφτασα, παθ. μτχ. φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη. Φράσεις: ►Έφτασα! (= έρχομαι
φτασμένος) 2. (αμτβ.) είμαι κοντά, πλη- αμέσως) ►Έφτασε ο κόμπος
[μεσν. φτάνω < σιάζω: ►Φτάνει σε λίγο το κα- στο χτένι (= το κακό προχώρη-
αρχ. φθάνω] λοκαίρι. σε πολύ) ►Τρέχω και δε φτάνω
(= είμαι πολυάσχολος) ►Φτάνει
3. (αμτβ.) (μτφ.) κατακτώ και περισσεύει (= είναι υπεραρ-
θέση, πραγματοποιώ τον κετό)
σκοπό μου: ►Έφτασε μέχρι
τον βαθμό του υποστρατήγου
της αστυνομίας.
233
10-0102-16,5X23,5.indd 233 19/11/2015 2:09:40 µµ

